Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υπερφορολόγηση [ὑπερφορολόγηση] υ-περ-φο-ρο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): πολύ υψηλή φορολόγηση: ~ των μισθωτών/πολιτών. ~ των εισοδημάτων. Πβ. χαράτσωμα. [< αγγλ. overtaxation]