Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπηκοότητα [ὑπηκοότητα] υ-πη-κο-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ο δεσμός ενός ατόμου με το κράτος του οποίου είναι μέλος: διπλή/εθνική/ελληνική/ευρωπαϊκή ~. Απέκτησε/πήρε την αμερικανική ~. Άλλαξε ~.|| Ψηφιακή ~. Βλ. εθνικότητα, ιθαγένεια, πολιτειότητα, -ότητα. [< γερμ. Staatsangehörigkeit, Untertänigkeit]

εθνικότητα

εθνικότητα[ἐθνικότητα] ε-θνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εθνικοτήτ-ων}: ιδιότητα φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι μέλος συγκεκριμένου έθνους: ελληνική ~. ~ του αιτούντος/των δραστών. Ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως ~ας (= εθνικής ταυτότητας). Σχολείο με μαθητές διαφορετικών ~ων (βλ. δια-, πολυ-πολιτισμικός). Πληθυσμός με πολλές ~ες (: πολυεθνικός). Βλ. ιθαγένεια, καταγωγή, πολιτει-, υπηκο-ότητα.|| Μεταβολή της ~ας της εταιρείας (βλ. έδρα).|| (κατ' επέκτ., για περιουσιακό αγαθό:) Σήμα ~ας οχήματος. Βλ. πολυ~. [< γαλλ. nationalité]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.