υπηκοότητα [ὑπηκοότητα] υ-πη-κο-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. ο δεσμός ενός ατόμου με το κράτος του οποίου είναι μέλος: διπλή/εθνική/ελληνική/ευρωπαϊκή ~. Απέκτησε/πήρε την αμερικανική ~. Άλλαξε ~.|| Ψηφιακή ~. Βλ. εθνικότητα, ιθαγένεια, πολιτειότητα, -ότητα. [< γερμ. Staatsangehörigkeit, Untertänigkeit]
εθνικότητα
εθνικότητα[ἐθνικότητα] ε-θνι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {εθνικοτήτ-ων}: ιδιότητα φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι μέλος συγκεκριμένου έθνους: ελληνική ~. ~ του αιτούντος/των δραστών. Ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως ~ας (= εθνικής ταυτότητας). Σχολείο με μαθητές διαφορετικών ~ων (βλ. δια-, πολυ-πολιτισμικός). Πληθυσμός με πολλές ~ες (: πολυεθνικός). Βλ. ιθαγένεια, καταγωγή, πολιτει-, υπηκο-ότητα.|| Μεταβολή της ~ας της εταιρείας (βλ. έδρα).|| (κατ' επέκτ., για περιουσιακό αγαθό:) Σήμα ~ας οχήματος. Βλ. πολυ~. [< γαλλ. nationalité]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.