Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • υπηρετώ [ὑπηρετῶ] υ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπηρετ-είς ... | υπηρέτ-ησα, -είται, -ηθεί, -ώντας} 1. προσφέρω υπηρεσίες, εργάζομαι για την επίτευξη ενός σκοπού: ~εί το έθνος/το θέατρο/τους νόμους/την πατρίδα/το Σύνταγμα/το σύστημα/την τέχνη. ~ώντας υψηλά ιδανικά. Η τακτική που θα εφαρμόσουμε ~εί τους στόχους μας.|| Tον ~ησε πιστά από τη θέση του γραμματέα.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ούν τις πολιτικές σκοπιμότητες/τα συμφέροντα των αντιπάλων. Έχει την απαίτηση όλοι να τον ~ούν. Πβ. εξ~. 2. εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία: ~ησε στα σύνορα. 3. εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος ή ως στρατιωτικός: ~εί στο Δημόσιο/στη Μέση Εκπαίδευση/στο Ναυτικό/στην Πολεμική Αεροπορία/στο Υπουργείο (Παιδείας). ~ησε πέντε χρόνια σε ακριτική περιοχή. Σε ποιο σχολείο/τι θέση ~είς; ~εί στο γραφείο του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Βλ. συν~. [< 1: αρχ. ὑπηρετῶ 2,3: γαλλ. servir]
  • υπηρετών , ούσα, ούν [ὑπηρετῶν] υ-πη-ρε-τών επίθ. {υπηρετ-ούντος, -ούντα | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που υπηρετεί σε κάποια θέση: ~ούν: προσωπικό. ~ούντες: διευθυντές/εκπαιδευτικοί/στρατιώτες. ~ούντα: μέλη. Οι (μόνιμοι) ~ούντες υπάλληλοι (του Δημοσίου). Πρόγραμμα επιμόρφωσης ~ούντων καθηγητών. Η ~ούσα δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.