υπηρετώ [ὑπηρετῶ] υ-πη-ρε-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {υπηρετ-είς ... | υπηρέτ-ησα, -είται, -ηθεί, -ώντας} 1. προσφέρω υπηρεσίες, εργάζομαι για την επίτευξη ενός σκοπού: ~εί το έθνος/το θέατρο/τους νόμους/την πατρίδα/το Σύνταγμα/το σύστημα/την τέχνη. ~ώντας υψηλά ιδανικά. Η τακτική που θα εφαρμόσουμε ~εί τους στόχους μας.|| Tον ~ησε πιστά από τη θέση του γραμματέα.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ούν τις πολιτικές σκοπιμότητες/τα συμφέροντα των αντιπάλων. Έχει την απαίτηση όλοι να τον ~ούν. Πβ. εξ~.2. εκπληρώνω τη στρατιωτική μου θητεία: ~ησε στα σύνορα.3. εργάζομαι ως δημόσιος υπάλληλος ή ως στρατιωτικός: ~εί στο Δημόσιο/στη Μέση Εκπαίδευση/στο Ναυτικό/στην Πολεμική Αεροπορία/στο Υπουργείο (Παιδείας). ~ησε πέντε χρόνια σε ακριτική περιοχή. Σε ποιο σχολείο/τι θέση ~είς; ~εί στο γραφείο του Διευθυντή της Υπηρεσίας. Βλ. συν~. [< 1: αρχ. ὑπηρετῶ 2,3: γαλλ. servir]
υπηρετών , ούσα, ούν [ὑπηρετῶν] υ-πη-ρε-τών επίθ. {υπηρετ-ούντος, -ούντα | -ούντες (ουδ. -ούντα), -ούντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.): που υπηρετεί σε κάποια θέση: ~ούν: προσωπικό. ~ούντες: διευθυντές/εκπαιδευτικοί/στρατιώτες. ~ούντα: μέλη. Οι (μόνιμοι) ~ούντες υπάλληλοι (του Δημοσίου). Πρόγραμμα επιμόρφωσης ~ούντων καθηγητών. Η ~ούσα δύναμη του Πυροσβεστικού Σώματος.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.