Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υποαερισμός [ὑποαερισμός] υ-πο-α-ε-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ανεπαρκής οξυγόνωση των πνευμονικών κυψελίδων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του οξυγόνου ή την αύξηση των επιπέδων διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα ή και τα δύο: κυψελιδικός ~. Βλ. υπερκαπνία, υπόπνοια. ΑΝΤ. υπεραερισμός [< αγγλ. hypoventilation, 1932]

υπερκαπνία

υπερκαπνία[ὑπερκαπνία] υ-περ-κα-πνί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφύσικα υψηλή συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα στο αρτηριακό αίμα, η οποία οφείλεται σε υποαερισμό. Βλ. υποξαιμία. ΑΝΤ. υποκαπνία [< αγγλ. hypercapnia, 1908, γαλλ. hypercapnie, γερμ. Hyperkapnie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.