Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υπογένειο [ὑπογένειο] υ-πο-γέ-νει-ο ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (λόγ.) : κοντό γένι, συνήθ. στην άκρη του πιγουνιού. Πβ. μούσι. [< μεσν. υπογένειον]