Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υποδιαίρεση [ὑποδιαίρεση] υ-πο-δι-αί-ρε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του υποδιαιρώ: γεωγραφική/διοικητική/ταξινομική ~. ~ του έτους σε δώδεκα μήνες. ~έσεις του ευρώ/κιλού/λίτρου/μέτρου. [< μτγν. ὑποδιαίρεσις]