υποθέτω [ὑποθέτω] υ-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {υπέθε-σα, υποθέ-σω, υποτίθ-εται, υποτέ-θηκε, -θεί, υποτιθέ-μενος, υποθέτ-οντας} 1. θεωρώ κάτι πιθανό, κάνω εκτίμηση: Δεν με χαιρέτησες και ~σα ότι ήσουν θυμωμένος. Τι να ~σω μετά από την απάντηση που μου έδωσε; Θα μπορούσε κανείς να ~σει ότι ... Πβ. νομίζω, πιθανολογώ, φαντάζομαι. ΣΥΝ. εικάζω 2. λαμβάνω κάτι ως δεδομένο για να οδηγηθώ με βάση αυτό σε κάποιο συμπέρασμα: Ας ~σουμε ότι έχεις δίκιο/υπάρχει μια μεταβλητή χ ... Πβ. δέχομαι, θεωρώ. ● Παθ.: υποτίθεται (απρόσ., + ότι/πως) 1. για να δηλωθεί αβεβαιότητα ή αμφιβολία για κάτι το οποίο παρουσιάζεται ως πραγματικό ή ως κανόνας: ~ ότι θα συναντηθούμε σε δύο ώρες (: εκτός απροόπτου).|| Στις διαβάσεις των πεζών τα αυτοκίνητα ~ ότι πρέπει να σταματούν.2. για να δηλωθεί ότι κάποιος ενεργεί ή κάτι γίνεται αντίθετα από ό,τι πρέπει ή από το προσδοκώμενο: ~ ότι έπρεπε να είμαστε στη δουλειά τώρα (: αλλά δεν είμαστε). [< αγγλ. it is supposed] ● ΦΡ.: υποτεθείσθω ότι (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): ας υποτεθεί ότι: ~ ~ το πρόβλημα λύνεται με ... ● βλ. υποτιθέμενος [< 1: αρχ. ὑποτίθημι ‘βάζω από κάτω, (προ)ϋποθέτω’, γαλλ. supposer]
υποτιθέμενος
υποτιθέμενος, η, ο [ὑποτιθέμενος] υ-πο-τι-θέ-με-νος επίθ.: που εικάζεται, χωρίς απαραίτητα να είναι πραγματικός: ~ος: κίνδυνος. ~η: δήλωση/ημερομηνία (γέννησης κάποιου). ~ο: ενδιαφέρον (βλ. προσποιητός). ~οι: φίλοι. ΣΥΝ. υποθετικός (1) ● βλ. υποθέτω [< μτχ. παθ. εν. του ρ. ὑποτίθημι]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.