Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υποθέτω [ὑποθέτω] υ-πο-θέ-τω ρ. (μτβ.) {υπέθε-σα, υποθέ-σω, υποτίθ-εται, υποτέ-θηκε, -θεί, υποτιθέ-μενος, υποθέτ-οντας} 1. θεωρώ κάτι πιθανό, κάνω εκτίμηση: Δεν με χαιρέτησες και ~σα ότι ήσουν θυμωμένος. Τι να ~σω μετά από την απάντηση που μου έδωσε; Θα μπορούσε κανείς να ~σει ότι ... Πβ. νομίζω, πιθανολογώ, φαντάζομαι. ΣΥΝ. εικάζω 2. λαμβάνω κάτι ως δεδομένο για να οδηγηθώ με βάση αυτό σε κάποιο συμπέρασμα: Ας ~σουμε ότι έχεις δίκιο/υπάρχει μια μεταβλητή χ ... Πβ. δέχομαι, θεωρώ. ● Παθ.: υποτίθεται (απρόσ., + ότι/πως) 1. για να δηλωθεί αβεβαιότητα ή αμφιβολία για κάτι το οποίο παρουσιάζεται ως πραγματικό ή ως κανόνας: ~ ότι θα συναντηθούμε σε δύο ώρες (: εκτός απροόπτου).|| Στις διαβάσεις των πεζών τα αυτοκίνητα ~ ότι πρέπει να σταματούν. 2. για να δηλωθεί ότι κάποιος ενεργεί ή κάτι γίνεται αντίθετα από ό,τι πρέπει ή από το προσδοκώμενο: ~ ότι έπρεπε να είμαστε στη δουλειά τώρα (: αλλά δεν είμαστε). [< αγγλ. it is supposed] ● ΦΡ.: υποτεθείσθω ότι (αρχαιοπρ.-συχνά ειρων.): ας υποτεθεί ότι: ~ ~ το πρόβλημα λύνεται με ... ● βλ. υποτιθέμενος [< 1: αρχ. ὑποτίθημι ‘βάζω από κάτω, (προ)ϋποθέτω’, γαλλ. supposer]

υποτιθέμενος

υποτιθέμενος, η, ο [ὑποτιθέμενος] υ-πο-τι-θέ-με-νος επίθ.: που εικάζεται, χωρίς απαραίτητα να είναι πραγματικός: ~ος: κίνδυνος. ~η: δήλωση/ημερομηνία (γέννησης κάποιου). ~ο: ενδιαφέρον (βλ. προσποιητός). ~οι: φίλοι. ΣΥΝ. υποθετικός (1) ● βλ. υποθέτω [< μτχ. παθ. εν. του ρ. ὑποτίθημι]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.