Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υποκελευστής [ὑποκελευστής] υ-πο-κε-λευ-στής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. βαθμός κατώτερου αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού.