Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπομνηματίζω [ὑπομνηματίζω] υ-πο-μνη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {υπομνημάτι-σε, -στεί κ. -σθεί, -σμένος}: ΦΙΛΟΛ. συντάσσω ερμηνευτικά ή κριτικά σχόλια, συνήθ. για κείμενο· κατ' επέκτ. εξηγώ, αποσαφηνίζω: ~σμένη: έκδοση. Πβ. σχολιάζω.|| (σπάν.) Oι φωτογραφίες ~ουν (= επεξηγούν) εύγλωττα το κείμενο. [< μτγν. ὑπομνηματίζομαι]