υποτέλεια [ὑποτέλεια] υ-πο-τέ-λει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας}: πολιτική ή οικονομική κυρ. εξάρτηση από κάποιον ισχυρότερο, υποδούλωση. Πβ. δουλεία, ζυγός, σκλαβιά.|| Εθνική ~. Καθεστώς/πολιτική/σχέσεις ~ας. Πβ. ραγιαδισμός, υποταγή. Βλ. αυτο-διάθεση, -νομία. ΑΝΤ. ανεξαρτησία, αυτεξουσιότητα, αυτοτέλεια ● ΣΥΜΠΛ.: φόρος υποτέλειας/υποτελείας βλ. φόρος [< γαλλ. sujétion]
φόρος
φόροςφό-ρος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κάθε υποχρεωτική χρηματική εισφορά που καταβάλλεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την κάλυψη δαπανών του Δημοσίου: αναβαλλόμενος/αναλογικός/αναλογών (εσφαλμ. αναλογούν)/δημοτικός/έκτακτος/ελάχιστος/ενιαίος/ετήσιος/κοινοτικός/μηνιαίος/προοδευτικός ή κλιμακωτός/πρόσθετος/συμπληρωματικός/τοπικός ~. ~ δωρεάς/κεφαλαίου/κληρονομιάς/μεταβίβασης ακινήτων/πολυτελείας. Αποπληρωμή/αύξηση/δήλωση/εκκαθάριση/εξόφληση/επιστροφή/θέσπιση/κατάργηση/μείωση/παρακράτηση/προκαταβολή/συντελεστής/υπολογισμός ~ου. Άμεσοι/έμμεσοι/καταβλητέοι/λιμενικοί/παρακρατηθέντες ~οι. ~οι αεροδρομίου. Επιβολή/περικοπές ~ων. ~ επί των κερδών. Απαλλαγή από ~ο (= φοροαπαλλαγή). Υπαγωγή σε ~ο. Εισπράττει/καταβάλλει/πληρώνει ~ους. Είναι υποκείμενος/υπόχρεος σε ~ο (πβ. φορολογητέος). Πβ. δασμός, τέλος. ● ΣΥΜΠΛ.: οικολογικός/περιβαλλοντικός/πράσινος φόρος: ΟΙΚΟΛ. ο οποίος αφορά προϊόντα, υπηρεσίες ή δραστηριότητες που επιβαρύνουν το περιβάλλον. [< αγγλ. ecotax, γαλλ. écotaxe, 1992] , φόρος αυτόματου υπερτιμήματος & φόρος υπεραξίας: που επιβάλλεται στη διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής πώλησης ενός ακινήτου και καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη και πωλητή του ακινήτου., φόρος εισοδήματος: που αναλογεί στο καθαρό ετήσιο εισόδημα των φυσικών και νομικών προσώπων. [< αγγλ. income tax] , φόρος περιουσίας: που καταβάλλεται επί της καθαρής αξίας της περιουσίας του φορολογούμενου., φόρος προστιθέμενης αξίας (ακρ. ΦΠΑ): έμμεσος φόρος ο οποίος επιβάλλεται στην προστιθέμενη αξία προϊόντος ή υπηρεσίας και καταβάλλεται από τον καταναλωτή: ~ ~ στις νεόδμητες οικοδομές. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται ο ~ ~. [< αγγλ. value-added tax, 1935] , φόρος τιμής (μτφ.): οι τιμές που αποδίδονται συνήθ. σε νεκρό ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του: Ο δήμος αποδίδει ~ο ~ σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη/στη μνήμη της ... Αποτίω ~ο ~ στους ήρωες/στα θύματα του πολέμου., φόρος υποτέλειας/υποτελείας: χρηματικό ποσό που καταβάλλει μια κατακτημένη ή ημιανεξάρτητη χώρα στην κυρίαρχη., βεβαίωση φόρου βλ. βεβαίωση, κεφαλικός φόρος βλ. κεφαλικός, φόρος αίματος βλ. αίμα, φόρος κατανάλωσης βλ. κατανάλωση ● ΦΡ.: φόρου υποτελής βλ. υποτελής [< αρχ. φόρος, γαλλ. taxe, αγγλ. tax]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.