υπόδερμα [ὑπόδερμα] υ-πό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. το βαθύτερο στρώμα του δέρματος που αποτελείται κυρ. από λιπώδη κύτταρα· υποδόριος ιστός. Βλ. επιδερμίδα, χόριο.2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νύμφη μύγας (γένος Hypoderma bovis) που παρασιτεί στα βοοειδή. [< γαλλ. hypoderme, αγγλ. hypoderma]
επιδερμίδα
επιδερμίδα[ἐπιδερμίδα] ε-πι-δερ-μί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. η εξωτερική στιβάδα του ανθρώπινου δέρματος: απαλή/αφυδατωμένη/βελούδινη/ευαίσθητη/λαμπερή/λεία/λιπαρή/νεανική/ξηρή/ροδαλή ~. H ~ του προσώπου/των χεριών. Γήρανση/καθαρισμός/ξεφλούδισμα/περιποίηση/φροντίδα της ~ας. Η όψη της ~ας. Τύποι ~ας. ~ες με τάση για ακμή/ερεθισμούς. Κρέμα που αναζωογονεί/συσφίγγει/τονώνει την ~. Βλ. επιθήλιο.2. ΒΟΤ. λεπτή διάφανη μεμβράνη που καλύπτει τα φύλλα και τα εναέρια τμήματα νεαρού φυτού. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η κρούστα γύρω από το τυρί που συνήθ. αφαιρείται προτού καταναλωθεί. [< 1: αρχ. ἐπιδερμίς, γαλλ. épiderme, αγγλ. epidermis]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.