Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπόδερμα [ὑπόδερμα] υ-πό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΑΝΑΤ. το βαθύτερο στρώμα του δέρματος που αποτελείται κυρ. από λιπώδη κύτταρα· υποδόριος ιστός. Βλ. επιδερμίδα, χόριο. 2. ΖΩΟΛ.-ΒΙΟΛ. νύμφη μύγας (γένος Hypoderma bovis) που παρασιτεί στα βοοειδή. [< γαλλ. hypoderme, αγγλ. hypoderma]

επιδερμίδα

επιδερμίδα[ἐπιδερμίδα] ε-πι-δερ-μί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. η εξωτερική στιβάδα του ανθρώπινου δέρματος: απαλή/αφυδατωμένη/βελούδινη/ευαίσθητη/λαμπερή/λεία/λιπαρή/νεανική/ξηρή/ροδαλή ~. H ~ του προσώπου/των χεριών. Γήρανση/καθαρισμός/ξεφλούδισμα/περιποίηση/φροντίδα της ~ας. Η όψη της ~ας. Τύποι ~ας. ~ες με τάση για ακμή/ερεθισμούς. Κρέμα που αναζωογονεί/συσφίγγει/τονώνει την ~. Βλ. επιθήλιο. 2. ΒΟΤ. λεπτή διάφανη μεμβράνη που καλύπτει τα φύλλα και τα εναέρια τμήματα νεαρού φυτού. 3. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. η κρούστα γύρω από το τυρί που συνήθ. αφαιρείται προτού καταναλωθεί. [< 1: αρχ. ἐπιδερμίς, γαλλ. épiderme, αγγλ. epidermis]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.