αναθεώρηση[ἀναθεώρηση] α-να-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναθεωρώ: αναλυτική/μερική/ολική/πλήρης/ριζική ~. ~ μιας απόφασης/απόψεων/του βιβλίου/εκτίμησης/θέσης/του λεξικού/στάσης/συνθήκης. ~ των προβλέψεων/προϋποθέσεων. Προβαίνω/προχωρώ/υπόκειται σε ~. Γίνεται ~ (άρθρων) του Συντάγματος (: συμπλήρωση, τροποποίηση ή κατάργηση).|| ~ άδειας/διπλώματος (οδήγησης) (= επανέλεγχος)/βαθμολογίας (= αναβαθμολόγηση). ΣΥΝ. αλλαγή (1), επανεξέταση ● ΣΥΜΠΛ.: αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης: ΝΟΜ. επανεξέταση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης: Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα για ~ ~. [< γαλλ. (La) révision d'un procès] [< μτγν. ἀναθεώρησις, γαλλ. révision]
γελοίος, α, ο [γελοῖος] γε-λοί-ος επίθ. ΣΥΝ. αστείος 1. που προκαλεί το γέλιο ή ειρωνικά, αποδοκιμαστικά σχόλια, λόγω έλλειψης σοβαρότητας και ευπρέπειας: Ακούγεται/δείχνει/έχει καταντήσει ~. Νιώθω ~ που ... Πβ. καταγέλαστος, φαιδρός.|| ~ο: θέαμα. ~α: ρούχα.|| ~ος: ισχυρισμός (= ανυπόστατος). ~α: απόφαση/δικαιολογία/εξήγηση/σκέψη/συζήτηση. ~α: αιτήματα/επιχειρήματα. Πβ. ανόητος, γκροτέσκος, ευτράπελος, κωμικός.|| Είναι ~ο να πιστεύει κανείς σε ...|| (υβριστ.) ~ο υποκείμενο! Είναι (ένας) ~! 2. ανάξιος, ασήμαντος, πολύ μικρής αξίας: ~α: τιμή. Πβ. ευτελής. ● επίρρ.: γελοία ● ΦΡ.: το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος: η γελοιότητα της κατάστασης: ~ ~ είναι ότι ... [< αρχ. γελοῖος]
δευτερόλεπτοδευ-τε-ρό-λε-πτο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έπτου} 1. ΜΕΤΡΟΛ. βασική μονάδα μέτρησης του χρόνου (σύμβ. sec ή s), ίση με το ένα εξηκοστό του λεπτού της ώρας: χρέωση ανά ~ (ομιλίας). Με ακρίβεια ~έπτου. Η ώρα είναι δύο και δέκα λεπτά και τριάντα ~α. Βλ. μικρο~, νανο~. ΣΥΝ. δεύτερο (λεπτό) 2. (συνεκδ.) εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα: διαφορά/ζήτημα ενός ~έπτου. Όλα έγιναν σε δέκατα/εκατοστά/χιλιοστά του ~έπτου. (προφ.) Έρχομαι σε ένα ~ (: αμέσως). 3. ΜΑΘ. μονάδα μέτρησης τόξων και γωνιών, ίση με το ένα εξηκοστό του πρώτου λεπτού της μοίρας. ● ΦΡ.: σε κλάσμα/κλάσματα (του) δευτερολέπτου: πάρα πολύ γρήγορα: Ο υπολογιστής επεξεργάζεται τα δεδομένα ~ ~ (= με απίστευτη ταχύτητα). Πβ. στο πι και φι., υπόθεση δευτερολέπτων: για κάτι που γίνεται πάρα πολύ γρήγορα: Η ψηφιακή μεταφορά δεδομένων είναι ~ ~., κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο) βλ. κύκλος [< μτγν. δευτερόλεπτον (όρος της ΑΣΤΡΟΝ.) ‘ένα λεπτό της μοίρας’, γαλλ. seconde]
έστω[ἔστω] έ-στω επίρρ. 1. ας υποθέσουμε, ας (παρα)δεχτούμε: ~, ας το πούμε κι έτσι. ~ ότι έχετε δίκιο.|| (ως σύνδ.) Είναι η αλήθεια, ~ και αν δεν (= ακόμα κι αν δεν, και ας μην) αρέσει σε κάποιους.|| (ΜΑΘ., για τα δεδομένα άσκησης) ~ τρίγωνο ΑΒΓ. ~ η ευθεία ε. 2. τουλάχιστον: Θα μπορούσες ~ να μας ειδοποιήσεις. ● ΦΡ.: έστω και: ακόμη και: Ήρθε ~ ~ αργά/καθυστερημένα/προσωρινά. ~ ~ δύσκολα, τα κατάφερε. [< αρχ. ἔστω, γ’ πρόσ. προστ. του ρ. εἰμί, πβ. γαλλ. soit]
χαμένος, η, ο χα-μέ-νος επίθ. 1. που ο κάτοχός του δεν γνωρίζει την παρούσα στιγμή πού βρίσκεται, δεν μπορεί να τον εντοπίσει· κατ' επέκτ. που δεν έχει φτάσει στον τελικό προορισμό του, δεν έχει δοθεί στον παραλήπτη του: ~η: βαλίτσα. ~ο: βιβλίο/δαχτυλίδι/κινητό/κλειδί. ~ες: σελίδες/σημειώσεις.|| Ήταν ~ για πολλές μέρες (: δεν είχαμε επαφή μαζί του).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ος: φάκελος. ~ο: αρχείο. ~α: δεδομένα. Ανάκτηση ~ου κωδικού (πρόσβασης).|| ~ο: γράμμα/δέμα/πακέτο.|| (μτφ.) Συμπλήρωσε τα ~α κομμάτια του παζλ (: έλυσε το μυστήριο). 2. που δεν υπάρχει πια, που είναι αδύνατον να αποκτηθεί, να δημιουργηθεί ή να αποκατασταθεί εκ νέου: ~ος: πολιτισμός. Ο (θρύλος/μύθος) της ~ης Ατλαντίδας. Τα ~α έργα/ποιήματα ενός δημιουργού.|| Διατήρηση του ~ου βάρους. Ο οργανισμός αναπληρώνει τα ~α υγρά.|| ~ες: ημέρες εργασίας (λόγω της απεργίας). ~η εξεταστική/~ο εξάμηνο/~α μαθήματα λόγω καταλήψεων. Αναπληρώθηκαν οι ~ες ώρες διδασκαλίας.|| (για αφηρημένη έννοια:) ~η: αξιοπρέπεια/εμπιστοσύνη/παιδικότητα. ~ο: μεγαλείο. ~ες: ελπίδες/προσδοκίες. Τα χρόνια της ~ης αθωότητας. Επανακτώ/ξαναβρίσκω τη ~η μου αυτοπεποίθηση/ισορροπία. 3. που έχει ηττηθεί σε μια αναμέτρηση ή έχει ζημιωθεί· που δεν έχει κερδηθεί: (ως ουσ.) ο ~ των εκλογών. Νικητές και ~οι. Οι ~οι του διαγωνισμού/του πολέμου.|| Στο τέλος βγήκε ~ (από την επιλογή του).|| ~ος: αγώνας. ~η: δίκη/μάχη/παρτίδα (σκάκι)/πρόκριση. 4. που έχει χάσει τον προσανατολισμό του μέσα σε μεγάλο και συνήθ. δύσβατο μέρος και δεν ξέρει πού να πάει: ~οι: ορειβάτες. ~ στα βουνά/στην έρημο/στη ζούγκλα/στον ωκεανό.|| (μτφ.) ~ στις αναμνήσεις/σκέψεις του. Αισθάνομαι/νιώθω τελείως ~ (: δεν ξέρω τι μου συμβαίνει, είμαι μπερδεμένος). 5. που δεν είχε αποτέλεσμα, που δεν αξιοποιήθηκε σωστά, κατάλληλα: ~α: λεφτά/λόγια (πβ. τζάμπα). Είναι ~ (= άδικος) χρόνος να προσπαθήσεις να τον πείσεις. Ο κόπος μου πήγε ~ (βλ. ματαιοπονία). Πβ. πεταμένος.|| ~ος: χώρος (πβ. αναξιοποίητος). ~ο: πέναλτι/τρίποντο (= άστοχο). ~ες: προσπάθειες/ψήφοι (= άκυρες). Μην αφήσεις τέτοια ευκαιρία να πάει ~η. Τέτοιο ταλέντο δεν πρέπει να πάει ~ο (= ανεκμετάλλευτο). 6. που δεν είναι συγκεντρωμένος, που δίνει την εντύπωση ότι είναι απορροφημένος στις σκέψεις του: Είναι ~ στο Διάστημα (: εκτός τόπου και χρόνου)/στον κόσμο του!|| (κατ' επέκτ.) Κοίταζε με ~ο ύφος. Πβ. αφηρημένος. 7. πεθαμένος, νεκρός· κατεστραμμένος: Άδικα/πρόωρα ~ καλλιτέχνης/συγγενής/φίλος. Οι ~οι (= σκοτωμένοι) στον πόλεμο. Χιλιάδες ~ες ζωές. Βλ. αδικο~.|| Ολοκληρωτικά ~η (= αφανισμένη) πόλη. 8. καταδικασμένος, που δεν ξέρει τι να κάνει: Αν κλείσει η εταιρεία, πάμε ~οι!|| Είναι εντελώς ~ χωρίς την γυναίκα του. Βλ. σαστισμένος. 9. που βρίσκεται σε απομακρυσμένο μέρος, μακριά από τους ανθρώπους: Νησί ~ο στον ωκεανό. 10. αχρείος, τιποτένιος: (υβριστ.) Άντε, βρε, ~ε! Πβ. ελεεινός. ● ΣΥΜΠΛ.: χαμένη γενιά 1. ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. χαρακτηρισμός της γενιάς κυρ. των Αμερικανών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, εξαιτίας του κλίματος απογοήτευσης και περιφρόνησης των παραδοσιακών αξιών που επικράτησε μετά το τέλος του· κυρ. κατ΄επέκτ. γενιά χωρίς αξίες, ιδανικά. 2. ΛΟΓΟΤ. Αμερικανοί συγγραφείς, οι οποίοι μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ταξίδεψαν στην Ευρώπη, εγκαταστάθηκαν κυρ. στο Παρίσι ή/και στράφηκαν στον σοσιαλισμό, απορρίπτοντας απογοητευμένοι τις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες. [< αμερικ. lost generation, 1926] , χαμένη υπόθεση ΣΥΝ. καμένο χαρτί 1. κατάσταση με την οποία δεν χρειάζεται να ασχοληθεί κάποιος, γιατί η έκβασή της θα είναι αναπόφευκτα αρνητική. 2. αποτυχημένος άνθρωπος, χωρίς δυνατότητες βελτίωσης: Από τότε που έμπλεξε με τα ναρκωτικά είναι ~ ~. Πβ. τελειωμένος. [< αγγλ. lost cause] ● ΦΡ.: στα χαμένα (προφ.) 1. σε κατάσταση σύγχυσης, χωρίς να ξέρω πού βρίσκομαι ή τι πρέπει να κάνω: Κοιτάζει/περπατούσε ~ ~. 2. χωρίς θετικό αποτέλεσμα, άσκοπα, μάταια: Όλος ο κόπος μου πήγε ~ ~. ΣΥΝ. εις μάτην, του κάκου, τα 'χω χαμένα 1. είμαι σαστισμένος, βρίσκομαι σε σύγχυση: Τα 'χω (εντελώς/λίγο) ~ με την κατάσταση που επικρατεί, δεν ξέρω τι να κάνω. Πβ. τα έχασα. 2. {στο γ' πρόσ.} (μειωτ.) έχω χάσει τα λογικά μου. ΑΝΤ. τα 'χω τετρακόσια, η θεωρία της χαμένης ψήφου βλ. ψήφος, καλύπτω/ανακτώ/(ξανα)κερδίζω το χαμένο έδαφος βλ. έδαφος, κερδίζω (τον) χαμένο χρόνο βλ. κερδίζω, το 'χει χαμένο/το 'χασε τελείως(/εντελώς)/το 'χει χάσει βλ. χάνω, χαμένο κορμί βλ. κορμί, χαμένος/καμένος από χέρι βλ. χέρι ● βλ. χάνω [< μτχ. παθ. παρακ. του ρ. χάνω]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ