Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπόπικρος , η, ο [ὑπόπικρος] υ-πό-πι-κρος επίθ. (λόγ.): κάπως πικρός: ~η: γεύση. Βλ. υπόγλυκος. ΣΥΝ. πικρούτσικος [< μτγν. ὑπόπικρος]

υπόγλυκος

υπόγλυκος, η, ο [ὑπόγλυκος] υ-πό-γλυ-κος επίθ. (λόγ.): ελαφρά γλυκός: τυρί με ~η γεύση. Πβ. γλυκούτσικος, ημίγλυκος. Βλ. υπόπικρος. [< πβ. αρχ. ὑπόγλυκυς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.