Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπόπικρος , η, ο [ὑπόπικρος] υ-πό-πι-κρος επίθ. (λόγ.): κάπως πικρός: ~η: γεύση. Βλ. υπόγλυκος. ΣΥΝ. πικρούτσικος [< μτγν. ὑπόπικρος]

υπόγλυκος

υπόγλυκος, η, ο [ὑπόγλυκος] υ-πό-γλυ-κος επίθ. (λόγ.): ελαφρά γλυκός: τυρί με ~η γεύση. Πβ. γλυκούτσικος, ημίγλυκος. Βλ. υπόπικρος. [< πβ. αρχ. ὑπόγλυκυς]