Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπόπνοια [ὑπόπνοια] υ-πό-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση του βάθους και του ρυθμού της αναπνοής: δείκτης/σύνδρομο άπνοιας-~ας. Βλ. ά-, βραδύ-, δύσ-, ταχύ-πνοια, παραϋπνίες, υποαερισμός. ΑΝΤ. υπέρπνοια [< πβ. αγγλ. hypopnea, γαλλ. hypopnée, γερμ. Hypopnoe]

α- & αν-

α- & αν-& ά- & άν- & ανή-: πρόθημα λέξεων που δηλώνει έλλειψη, στέρηση (στερητικό άλφα): ά-οπλος/~υπνος. Α-όρατος/~κατανόητος. Αν-εκτίμητος/~εξάρτητος/~υπόφορος. Ανή-μπορος. Βλ. ανε- & ανέ-.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.