Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • υπόπνοια [ὑπόπνοια] υ-πό-πνοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική μείωση του βάθους και του ρυθμού της αναπνοής: δείκτης/σύνδρομο άπνοιας-~ας. Βλ. ά-, βραδύ-, δύσ-, ταχύ-πνοια, παραϋπνίες, υποαερισμός. ΑΝΤ. υπέρπνοια [< πβ. αγγλ. hypopnea, γαλλ. hypopnée, γερμ. Hypopnoe]

α- & αν-

α- & αν-& ά- & άν- & ανή-: πρόθημα λέξεων που δηλώνει έλλειψη, στέρηση (στερητικό άλφα): ά-οπλος/~υπνος. Α-όρατος/~κατανόητος. Αν-εκτίμητος/~εξάρτητος/~υπόφορος. Ανή-μπορος. Βλ. ανε- & ανέ-.