Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπόσχεση [ὑπόσχεση] υ-πό-σχε-ση ουσ. (θηλ.): ανάληψη υποχρέωσης για τέλεση μιας πράξης: αμοιβαία/ανεκπλήρωτη/γραπτή/δημόσια/επίσημη ~. Ανέξοδες/αόριστες/απατηλές/γενικόλογες/κούφιες/προεκλογικές/σαφείς/ψεύτικες ~έσεις. ~ γάμου/εχεμύθειας. ~ ενώπιον του Θεού. Δίνω ~ (= υπόσχομαι). Αθέτησε/ανανέωσε/εκπλήρωσε/κράτησε/πραγματοποίησε/τήρησε την ~ή του. Απέσπασε/έλαβε/εξασφάλισε την ~ για οικονομική ενίσχυση. Έκανε πράξη την ~ή του. Πβ. δέσμευση, διαβεβαίωση, επαγγελία, λόγος, τάξιμο. Βλ. όρκος.|| ~έσεις χωρίς αντίκρισμα. Βλέμμα γεμάτο ~έσεις (: ερωτικά υπονοούμενα). (αρνητ. συνυποδ.) Πλειοδοσία ~έσεων. Μοιράζει ~έσεις για αύξηση των μισθών.|| Η ομάδα με την επίδοσή της άφησε πολλές ~έσεις (= ελπίδες, προσδοκίες) για το μέλλον.|| (ΘΕΟΛ.) ~ του Θεού. [< αρχ. ὑπόσχεσις]

όρκος

όρκος[ὅρκος] όρ-κος ουσ. (αρσ.): επίσημη δέσμευση που αναλαμβάνει κάποιος επικαλούμενος τα θεία ή κάτι που θεωρείται ιερό· γενικότ. σοβαρή, ρητή υπόσχεση: (ΝΟΜ.) βεβαιωτικός/θρησκευτικός/πολιτικός/στρατιωτικός ~. ~ βουλευτών/δημοσίων λειτουργών/μαρτύρων. ~ ενώπιον του δικαστηρίου. Κείμενο/τελετή ~ου (= ορκωμοσία). Απαγγελία/καταπάτηση (= επιορκία)/κατάργηση/παράβαση/παραβίαση/τήρηση (του) ~ου. Ανανέωση (συζυγικών)/ανταλλαγή (γαμήλιων) ~ων. Βλ. ένορκος.|| (ΑΡΧ.) ~ των Αθηναίων εφήβων/οπλιτών. (ΙΣΤ.) ~ της Φιλικής Εταιρείας.|| ~ (αιώνιας) αγάπης/εκδίκησης/νίκης (: που δίνεται από αθλητές πριν από κρίσιμο αγώνα)/πίστης/σιωπής (= ομερτά)/τιμής. Έδωσε βαρύ ~ο. Έσπασε/πρόδωσε τον ~ο του. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγωγή όρκου βλ. επαγωγή, ο όρκος του Ιπποκράτη βλ. Ιπποκράτης, ολυμπιακός όρκος βλ. ολυμπιακός, όρκος αίματος βλ. αίμα ● ΦΡ.: παίρνω όρκο (μτφ.): είμαι απόλυτα σίγουρος για κάτι: Χωρίς να παίρνω και ~, νομίζω ότι την είδα στο τρένο. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου στη φωτιά, βάζω/πάω στοίχημα (2), κόβω το κεφάλι/χέρι μου [< αρχ. ὅρκος]