Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υπόσχομαι [ὑπόσχομαι] υ-πό-σχο-μαι ρ. (μτβ.) {υποσχέ-θηκα, -θώ, υποσχ-όμενος, (λόγ.) υπεσχημένος}: αναλαμβάνω υποχρέωση, δέσμευση ότι θα κάνω κάτι: ~ (= δίνω υπόσχεση, δίνω τον λόγο μου) ότι δεν θα επαναληφθεί/να μην το πω σε κανένα. Δεν σου ~ τίποτα. Η κυβέρνηση ~θηκε οικονομική βοήθεια στους σεισμόπληκτους. Πβ. δεσμεύομαι, διαβεβαιώνω, επαγγέλλομαι, τάζω.|| Ο αγώνας ~εται συγκινήσεις. Πβ. εγγυώμαι. ● ΦΡ.: πολλά υποσχόμενος: που παρέχει πολλές ελπίδες για μελλοντική επιτυχία, εκπλήρωση προσδοκιών ή θετική έκβαση: ταλαντούχος και ~ ~ καλλιτέχνης/νέος (= φέρελπις).|| ~ ~ θεσμός. ~ ~η αγορά/καριέρα/θεραπεία/συνεργασία/τεχνολογία. ~ ~ο μέλλον. ~ ~α ταλέντα. [< μεσν. υπόσχομαι, γαλλ. promettre]