Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • υφολογικός , ή, ό [ὑφολογικός] υ-φο-λο-γι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην υφολογία ή στο ύφος ως ιδιαίτερο τρόπο έκφρασης: (ΓΛΩΣΣ.) ~ή: ανάλυση/ποικιλία/προσέγγιση. ~ές: επιλογές. ~ά: στοιχεία. Το ποίημα έχει δύο ~ά επίπεδα.|| (γενικότ.) Τα ~ά χαρακτηριστικά της παραδοσιακής μουσικής. ● επίρρ.: υφολογικά [< γαλλ. stylistique, 1905, αγγλ. stylistic]