Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φήμη φή-μη ουσ. (θηλ.) {φημ-ών}: άποψη, γνώμη, συνήθ. θετική, που έχει σχηματίσει ο κόσμος για κάποιον ή κάτι: η ~ μιας εταιρείας. Προσωπικότητες διεθνούς/παγκοσμίου ~ης (= αίγλης, εμβέλειας, κύρους). Δικηγόρος με εξαιρετική/καλή (πβ. τιμή)/σπουδαία ~ (πβ. όνομα). Η ~ του απλώθηκε παντού/μεγάλωσε/ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του (βλ. δόξα). Αμαυρώθηκε η ~ (= υπόληψή) του. Πβ. γόητρο, έξωθεν καλή μαρτυρία. Βλ. υστεροφημία.|| Απέκτησε αρνητική/άσχημη ~ (βλ. δυσώνυμος, κακόφημος).|| Έχει τη/τον ακουλουθεί η ~ του αυστηρού/γυναικά. Πβ. ταμπέλα. ||(ΕΚΚΛ.) ~ επισκόπου (: σύντομος ύμνος που τελειώνει με τα λόγια «πολλά τα έτη».φήμες (οι): ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες: αβάσιμες/ανυπόστατες/ψεύτικες ~. ~ ή πραγματικότητα; Διάδοση/διασπορά/διάψευση/θύελλα/όργιο ~ών. Εν μέσω ~ών. ~ που επαληθεύτηκαν/δεν ευσταθούν. Φουντώνουν οι ~ (= τα σενάρια) για ... Πβ. διαδόσεις, λόγια, ψίθυροι.|| Ακούγεται/βγήκε/είναι διάχυτη/έφτασε στ’ αυτιά μου/κυκλοφορεί η ~ (= φημολογείται) ότι ... Πβ. φημολογία. [< αρχ. φήμη]

δυσώνυμος

δυσώνυμος, η, ο δυ-σώ-νυ-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει κακό όνομα, κακή φήμη: ~ο: παρελθόν. Πβ. κακόφημος. Βλ. -ώνυμος. [< αρχ. δυσώνυμος]

υστεροφημία

υστεροφημία[ὑστεροφημία] υ-στε-ρο-φη-μί-α ουσ. (θηλ.): η καλή φήμη που εξασφαλίζει κάποιος μετά θάνατον: Ενδιαφέρεται για την ~ του. Με αυτή του την πράξη κέρδισε την ~. ΣΥΝ. αθανασία (2) [< μτγν. ὑστεροφημία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.