φήμη φή-μη ουσ. (θηλ.) {φημ-ών}: άποψη, γνώμη, συνήθ. θετική, που έχει σχηματίσει ο κόσμος για κάποιον ή κάτι: η ~ μιας εταιρείας. Προσωπικότητες διεθνούς/παγκοσμίου ~ης (= αίγλης, εμβέλειας, κύρους). Δικηγόρος με εξαιρετική/καλή (πβ. τιμή)/σπουδαία ~ (πβ. όνομα). Η ~ του απλώθηκε παντού/μεγάλωσε/ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του (βλ. δόξα). Αμαυρώθηκε η ~ (= υπόληψή) του. Πβ. γόητρο, έξωθεν καλή μαρτυρία. Βλ. υστεροφημία.|| Απέκτησε αρνητική/άσχημη ~ (βλ. δυσώνυμος, κακόφημος).|| Έχει τη/τον ακουλουθεί η ~ του αυστηρού/γυναικά. Πβ. ταμπέλα.||(ΕΚΚΛ.) ~ επισκόπου (: σύντομος ύμνος που τελειώνει με τα λόγια «πολλά τα έτη». ● φήμες (οι): ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες: αβάσιμες/ανυπόστατες/ψεύτικες ~. ~ ή πραγματικότητα; Διάδοση/διασπορά/διάψευση/θύελλα/όργιο ~ών. Εν μέσω ~ών. ~ που επαληθεύτηκαν/δεν ευσταθούν. Φουντώνουν οι ~ (= τα σενάρια) για ... Πβ. διαδόσεις, λόγια, ψίθυροι.|| Ακούγεται/βγήκε/είναι διάχυτη/έφτασε στ’ αυτιά μου/κυκλοφορεί η ~ (= φημολογείται) ότι ... Πβ. φημολογία. [< αρχ. φήμη]
δυσώνυμος
δυσώνυμος, η, ο δυ-σώ-νυ-μος επίθ. (αρχαιοπρ.): που έχει κακό όνομα, κακή φήμη: ~ο: παρελθόν. Πβ. κακόφημος. Βλ. -ώνυμος. [< αρχ. δυσώνυμος]
υστεροφημία
υστεροφημία[ὑστεροφημία] υ-στε-ρο-φη-μί-α ουσ. (θηλ.): η καλή φήμη που εξασφαλίζει κάποιος μετά θάνατον: Ενδιαφέρεται για την ~ του. Με αυτή του την πράξη κέρδισε την ~. ΣΥΝ. αθανασία (2) [< μτγν. ὑστεροφημία]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.