Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • φίλιος , α, ο φί-λι-ος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που έχει φιλική διάθεση ή συμπεριφορά, ακίνδυνος: ~ο: έδαφος. ~ες: δυνάμεις. Πβ. συμμαχικός. ● ΣΥΜΠΛ.: φίλια πυρά 1. (μτφ.) λεκτική επίθεση, σκληρή κριτική από φιλικό πρόσωπο ή από άτομο του ίδιου χώρου: Βουλευτές της κυβέρνησης εκτόξευσαν ~ ~ κατά του Υπουργού. 2. βολές, πυροβολισμοί από συμμαχικές δυνάμεις: στρατιώτες νεκροί από ~ ~. [< αρχ. φίλιος]