φαγούρα φα-γού-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. δυσάρεστος δερματικός ερεθισμός που προκαλεί την ανάγκη για ξύσιμο: ανυπόφορη/γενικευμένη/ενοχλητική ~. Χεράκι ~ας. ~ στο κεφάλι (βλ. ψείρα)/στη μύτη/στην πλάτη. ~ και εξανθήματα (βλ. αλλεργία, ψώρα). Αλοιφή για εκζέματα και ~ες. Έχω/νιώθω ~. Βλ. τσούξιμο. ΣΥΝ. κνησμός 2. (μτφ.-ειρων.) έντονη επιθυμία, ανυπομονησία: Σ' έπιασε τώρα ~ να πας; Βλ. -ούρα1. ● ΦΡ.: είχα μια φαγούρα/καούρα/σκοτούρα/καΐλα (ειρων.): ως έκφραση αδιαφορίας: ~ ~ αν θα 'ρθει! Πβ. ζαμανφού. ΣΥΝ. δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα [< μεσν. φαγούρα]
αλλεργία
αλλεργία[ἀλλεργία] αλ-λερ-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. παθολογική αντίδραση ή υπερευαισθησία του ανοσοποιητικού συστήματος σε ορισμένους αβλαβείς υπό κανονικές συνθήκες παράγοντες (αλλεργιογόνα), που εκδηλώνεται με φαγούρα, φτέρνισμα, αναφυλαξία, πρήξιμο: αναπνευστική/δερματική/εποχιακή/οφθαλμική/τροφική/φαρμακευτική/χρόνια ~. Αντιμετώπιση (βλ. αντιισταμινικό)/ιστορικό/μορφές/συμπτώματα (της) ~ας. Άσθμα και ~ες. Οι ~ες της άνοιξης. Καλλυντικό που δεν προκαλεί ~ (= υποαλλεργικό). Έχει ~ στις γάτες/στη γύρη/στην πενικιλίνη. Πάσχει/ταλαιπωρείται/υποφέρει από ~ες. Βλ. (απ)ευαισθητοποίηση, ατοπία, φωτο~.|| (προφ.) Είχε τόση σκόνη που μ' έπιασε ~.2. {κυρ. στον εν.} (μτφ.) έντονη απέχθεια, αποστροφή για κάποιον ή κάτι: Έχει ~ με την εξουσία. Με πιάνει ~. Παθαίνει ~ και μόνο στην ιδέα ότι ... [< γερμ. Allergie, 1906, γαλλ. allergie, 1909, αγγλ. allergy, 1910]
-ούρα<sup>1</sup>
-ούρα<sup>1</sup>(προφ.): επίθημα θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα για δήλωση ενέργειας ή αποτελέσματος: (ανακατώνω) ανακατωσ~/(θολώνω) θολ~/(ξεπατικώνω) ξεπατικωτ~/(χάνω) χασ~.
τσούξιμο
τσούξιμοτσού-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τσουξίμ-ατος | -ατα} (προφ.): έντονος πόνος με αίσθηση καψίματος: ενοχλητικό ~. ~ στο δέρμα/στα μάτια. Αίσθηση ~ατος. Νιώθει ~ κατά την ούρηση.
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.