Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φαινοτυπικός , ή, ό φαι-νο-τυ-πι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στον φαινότυπο: ~ή: αναλογία/ανάλυση/έκφραση/ποικιλότητα/πολυπλοκότητα. ~ό: χαρακτηριστικό. ~οί και γενετικοί δείκτες. ~ές: ανωμαλίες/διαφορές/ιδιότητες. Βλ. γονοτυπικός. [< γαλλ. phénotypique, 1923, αγγλ. phenotypic, 1929]

γονοτυπικός

γονοτυπικός, ή, ό γο-νο-τυ-πι-κός επίθ. & γενοτυπικός: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τον γονότυπο: ~ός: έλεγχος. ~ή: αναλογία/ανάλυση. Βλ. φαινοτυπικός. ● επίρρ.: γονοτυπικά: στελέχη (ιών) ~ ανόμοια/ταυτόσημα. [< αγγλ. genotypic(al), γαλλ. génotypique]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.