Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φανταστικός , ή/ιά, ό φα-ντα-στι-κός επίθ. 1. που υπάρχει μόνο στη φαντασία· ανύπαρκτος: ~ός: διάλογος/κίνδυνος/κόσμος. ~ό: πρόσωπο (= υποθετικό). ~ές: παραστάσεις. ~ά: εμπόδια/φόβοι. Πβ. επινοημένος, πλασματικός. ΑΝΤ. πραγματικός, υπαρκτός.|| (ΜΑΘ.) ~ός: αριθμός (: κάθε αριθμός της μορφής λi, με i2 = -1. Βλ. μιγαδικός αριθμός).|| (ειδικότ., στον οποίο επικρατεί το υπερφυσικό ή το ονειρικό στοιχείο:) ~ή: διήγηση (βλ. παραμύθι). ~ές: ιστορίες (βλ. μυθοπλασία, μύθος). (ως ουσ.) Λογοτεχνία του ~ού. 2. (προφ.-εμφατ.) καταπληκτικός, υπέροχος: ~ή: επιτυχία. ~ό: αυτοκίνητο/ταξίδι/φόρεμα. ~ές: φωτογραφίες. ~ά: χρώματα. Όλα τα φαγητά ήταν ~ά (= το κάτι άλλο). ΣΥΝ. απίθανος (3), απίστευτος (2), εξαιρετικός (1), θαυμάσιος, φοβερός (2) ● επίρρ.: φανταστικά: Περάσαμε ~ (= εξαίσια). [< αρχ. φανταστικός, γαλλ. imaginaire, fantastique, αγγλ. fantastic]

μιγαδικός

μιγαδικός, ή, ό μι-γα-δι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που αναφέρεται στους μιγαδικούς αριθμούς: ~ός: λογισμός. ~ή: ανάλυση/μεταβλητή/ρίζα/συνάρτηση. ~ό: επίπεδο/πεδίο. ● ΣΥΜΠΛ.: μιγαδικοί αριθμοί: ΜΑΘ. οι αριθμοί της μορφής α+βi, όπου α,β, πραγματικοί αριθμοί και i2 = -1. Βλ. φανταστικός αριθμός. [< μεσν. μιγαδικός 'για μοναχό που ζει σε κοινόβιο']

μυθοπλασία

μυθοπλασίαμυ-θο-πλα-σί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) μυθοπλαστία 1. δημιουργία μυθικών διηγήσεων. 2. (μτφ.) σκόπιμη επινόηση ψεύτικων ιστοριών: έργα/ταινία ~ας. Πβ. μυθοποιία, ψευδολογία. 3. ΨΥΧΙΑΤΡ. αφήγηση φανταστικών καταστάσεων που παρουσιάζονται σαν πραγματικές, η οποία αποτελεί φυσιολογικό χαρακτηριστικό στα μικρά παιδιά, αλλά παθολογικό στους ενήλικες. Βλ. μυθομανία, -πλασία. [< 1: μεσν. μυθοπλασία· μτγν. μυθοπλαστία, γαλλ. fabulation]