Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φασολάκι φα-σο-λά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λαϊκό) φασουλάκι: ΒΟΤ. ο χλωρός λοβός της φασολιάς· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο φαγητό: πράσινα/φρέσκα ~ια. Καθαρίζω ~ια (βλ. κλωστή, νεύρο). Πβ. αμπελοφάσουλα, ζαργάνα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/κοκκινιστά (με πατάτες)/χάντρες (με ντομάτα). Βλ. λαδερό.

κλωστή

κλωστήκλω-στή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από υφαντουργικές ίνες ενωμένες με στρίψιμο, ώστε να δημιουργούν έναν μακρόστενο και λεπτό σχηματισμό· νήμα: άσπρη/βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή (πβ. μπρισίμι)/νάιλον/συνθετική (πβ. ρεγιόν)/χοντρή/χρυσή/χρωματιστή/ψιλή ~. ~ές κεντήματος (= ~ές για κέντημα)/πλεξίματος/ραφής (= ~ές ραψίματος). Καρούλια ~ών. Δένω/κόβω/τυλίγω την ~. Περνώ την ~ στη βελόνα. Πβ. μίτος. Βλ. κουβάρι, στημόνι. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα και μορφή: Καθαρίζω τις ~ές (= ίνες) από τα φασολάκια. ● Υποκ.: κλωστίτσα, κλωστούλα (η) ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή (μτφ.): βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση: Η ζωή/το μέλλον τους ~ ~. Πβ. βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί, στο χείλος του γκρεμού. ΣΥΝ. κρέμεται από μια τρίχα [< μεσν. κλωστή]

λαδερό

λαδερόλα-δε-ρό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. δοχείο λαδιού, κυρ. λιπαντικού. Πβ. ροΐ. ΣΥΝ. λαδικό, λαδωτήρι 2. είδος στόκου για σπατουλάρισμα τοίχων και κουφωμάτων. ● λαδερά (τα): ΜΑΓΕΙΡ. ενν. φαγητά. Βλ. γεμιστά, γίγαντες, ιμάμ, μπριάμ, σπανακόρυζο, τουρλού.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.