φασολάκι φα-σο-λά-κι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λαϊκό) φασουλάκι: ΒΟΤ. ο χλωρός λοβός της φασολιάς· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο φαγητό: πράσινα/φρέσκα ~ια. Καθαρίζω ~ια (βλ. κλωστή, νεύρο). Πβ. αμπελοφάσουλα, ζαργάνα.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ια γιαχνί/κοκκινιστά (με πατάτες)/χάντρες (με ντομάτα). Βλ. λαδερό.
κλωστή
κλωστήκλω-στή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο από υφαντουργικές ίνες ενωμένες με στρίψιμο, ώστε να δημιουργούν έναν μακρόστενο και λεπτό σχηματισμό· νήμα: άσπρη/βαμβακερή/μάλλινη/μεταξωτή (πβ. μπρισίμι)/νάιλον/συνθετική (πβ. ρεγιόν)/χοντρή/χρυσή/χρωματιστή/ψιλή ~. ~ές κεντήματος (= ~ές για κέντημα)/πλεξίματος/ραφής (= ~ές ραψίματος). Καρούλια ~ών. Δένω/κόβω/τυλίγω την ~. Περνώ την ~ στη βελόνα. Πβ. μίτος. Βλ. κουβάρι, στημόνι. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει το αντίστοιχο σχήμα και μορφή: Καθαρίζω τις ~ές (= ίνες) από τα φασολάκια. ● Υποκ.: κλωστίτσα, κλωστούλα (η) ● ΦΡ.: κρέμεται από/σε μια (λεπτή) κλωστή (μτφ.): βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση: Η ζωή/το μέλλον τους ~ ~. Πβ. βαδίζω/βρίσκομαι/πατώ (πάνω) σε τεντωμένο σκοινί, στο χείλος του γκρεμού. ΣΥΝ. κρέμεται από μια τρίχα [< μεσν. κλωστή]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.