Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


φιλώ

φιλώ[φιλῶ] φι-λώ ρ. (μτβ.) {φιλ-άς ..., -ώντας | φίλ-ησα, -ήσει, φιλ-ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & φιλάω: δίνω φιλί ή φιλιά: Με ~ησε στο μάγουλο/στα μαλλιά/στα μάτια/στο μέτωπο/στο στόμα/στα χείλη. Τον ~ησε στα πεταχτά/σταυρωτά/τρυφερά. Της ~ησε το χέρι (βλ. χειροφίλημα).|| (κατ' επέκτ.) ~ησε την εικόνα (= ασπάστηκε). Γονάτισε και ~ησε το χώμα.|| (τυπική έκφραση αποχαιρετισμού) Σε/σας ~ (γλυκά/θερμά/με πολλή αγάπη/πολύ). Να μου τους ~ήσεις όλους. Βλ. γλυκο~, κατα~.|| (μεσοπαθ.) ~ιόντουσαν (= αντάλλασσαν ερωτικά φιλιά). Αγκαλιαστείτε/δώστε τα χέρια και ~ηθείτε.|| (μτφ.-λογοτ.) Το αεράκι ~ούσε απαλά το πρόσωπό της. ● ΦΡ.: φιλώ τα πόδια/τον κώλο κάποιου (μτφ.-προφ.): τον κολακεύω υπερβολικά, του φέρομαι με δουλοπρέπεια: ~ά ~ του αφεντικού., χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το (παροιμ.): όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να επιβληθείς σε κάποιον ή να συγκρουστείς μαζί του, δείξε υπακοή και υποταγή, μην έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τον ανώτερό σου., φιλάει κατουρημένες ποδιές βλ. ποδιά, φιλώ σταυρό βλ. σταυρός [< αρχ. φιλῶ ‘αγαπώ, δίνω φιλιά’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.