φιλώ[φιλῶ] φι-λώ ρ. (μτβ.) {φιλ-άς ..., -ώντας | φίλ-ησα, -ήσει, φιλ-ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & φιλάω: δίνω φιλί ή φιλιά: Με ~ησε στο μάγουλο/στα μαλλιά/στα μάτια/στο μέτωπο/στο στόμα/στα χείλη. Τον ~ησε στα πεταχτά/σταυρωτά/τρυφερά. Της ~ησε το χέρι (βλ. χειροφίλημα).|| (κατ' επέκτ.) ~ησε την εικόνα (= ασπάστηκε). Γονάτισε και ~ησε το χώμα.|| (τυπική έκφραση αποχαιρετισμού) Σε/σας ~ (γλυκά/θερμά/με πολλή αγάπη/πολύ). Να μου τους ~ήσεις όλους. Βλ. γλυκο~, κατα~.|| (μεσοπαθ.) ~ιόντουσαν (= αντάλλασσαν ερωτικά φιλιά). Αγκαλιαστείτε/δώστε τα χέρια και ~ηθείτε.|| (μτφ.-λογοτ.) Το αεράκι ~ούσε απαλά το πρόσωπό της. ● ΦΡ.: φιλώ τα πόδια/τον κώλο κάποιου (μτφ.-προφ.): τον κολακεύω υπερβολικά, του φέρομαι με δουλοπρέπεια: ~ά ~ του αφεντικού., χέρι που δεν μπορείς να το δαγκώσεις, φίλησέ/φίλα το (παροιμ.): όταν ξέρεις ότι δεν μπορείς να επιβληθείς σε κάποιον ή να συγκρουστείς μαζί του, δείξε υπακοή και υποταγή, μην έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τον ανώτερό σου., φιλάει κατουρημένες ποδιές βλ. ποδιά, φιλώ σταυρό βλ. σταυρός [< αρχ. φιλῶ ‘αγαπώ, δίνω φιλιά’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.