Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 8 εγγραφές  [0-8]


  • φιλμ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ΦΩΤΟΓΡ. φωτοευαίσθητη ταινία από ζελατίνα πάνω στην οποία αποτυπώνονται κυρ. λήψεις φωτογραφικής ή κινηματογραφικής μηχανής: αρνητικά/ασπρόμαυρα/έγχρωμα/λιθογραφικά/υπέρυθρα ~. Εμφάνιση/επεξεργασία ~ στο εργαστήριο/στον σκοτεινό θάλαμο. Το ~ κάηκε (= καταστράφηκε). Βλ. μικροφίλμ.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινολογικό ~. ~ ακτίνων Χ. 2. ταινία του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης: αισθηματικό (= σινερομάντζο)/διαφημιστικό/ερασιτεχνικό ~. ~ μικρού μήκους. Βλέπω/τραβάω ένα ~. 3. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. συνθετική μεμβράνη συνήθ. από πολυπροπυλένιο ή πολυεστερικό υλικό: γυαλιστερό/διαφανές ~ πλαστικοποίησης (εκτύπωσης). Πβ. υμένιο. 4. πολύ λεπτή στρώση ρευστού υλικού: ~ κόλλας/λαδιού/νερού. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλμ νουάρ βλ. νουάρ [< αγγλ.-γαλλ. film]
  • φιλμάκι φιλ-μά-κι ουσ. (ουδ.) 1. σύντομης διάρκειας κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία: διαφημιστικό/προεκλογικό/τουριστικό ~ (πβ. σποτ). Προπαγανδιστικά/χιουμοριστικά ~ια. ~ια κινουμένων σχεδίων. ~-ντοκουμέντο. Ασπρόμαυρα ~ια μικρού μήκους. Προβλήθηκε ειδικό ~ για ... Γύρισε ένα ~. Βλ. βιντεάκι, τρέιλερ. 2. (υποκ.) μικρό φιλμ (κυρ. στις σημ. 1 κ. 3).
  • φιλμάρισμα φιλ-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φιλμάρω: ασπρόμαυρο ~. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. γύρισμα (2), κινηματογράφηση [< γαλλ. filmage, 1912]
  • φιλμάρω φιλ-μά-ρω ρ. (μτβ.) {φιλμάρι-σα, -σμένος} (προφ.): κινηματογραφώ: ~σμένα: ντοκουμέντα. Βλ. βιντεοσκοπώ. ΣΥΝ. γυρίζω (7) [< γαλλ. filmer, 1908]
  • φιλμικός , ή, ό φιλ-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με κινηματογραφική ή τηλεοπτική ταινία: ~ός: ήρωας. ~ή: γλώσσα/εταιρεία. ~ές: εικόνες. [< γαλλ. filmique, 1936]
  • φιλμογράφηση φιλ-μο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. αποτύπωση σκηνών σε κινηματογραφικό φιλμ, γύρισμα ταινίας. Βλ. -γράφηση.
  • φιλμογραφία φιλ-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΙΝΗΜ. το σύνολο κυρ. των κινηματογραφικών ταινιών προσώπου, χώρας ή περιόδου: ~ ηθοποιού/σκηνοθέτη.|| Ευρωπαϊκή/μεταπολεμική ~. ~ του ελληνικού κινηματογράφου. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. filmographie, 1947, αγγλ. filmography, 1941]
  • φιλμογραφικός , ή, ό φιλ-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΙΝΗΜ. που αναφέρεται στη φιλμογραφία και γενικότ. στον κινηματογράφο: ~ό: υλικό. ΣΥΝ. κινηματογραφικός

βιντεοσκοπώ

βιντεοσκοπώ[βιντεοσκοπῶ] βι-ντε-ο-σκο-πώ ρ. (μτβ.) {βιντεοσκοπ-είς ..., -ώντας | βιντεοσκόπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: καταγράφω με βιντεοκάμερα: Η εκδήλωση/παράσταση/συναυλία ~ήθηκε. Ο χώρος ~είται από κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. (ελλειπτ.) ~ σε απόσταση είκοσι μέτρων. ~εί με το κινητό του. ~ημένο: μήνυμα (πβ. βιντεομήνυμα)/υλικό. ~ημένες: διαλέξεις/συνομιλίες. ~ημένα: μαθήματα/στιγμιότυπα. Πβ. μαγνητοσκοπώ, τραβώ βίντεο. Βλ. ηχογραφώ, -σκοπώ. [< αγγλ. videotape, 1957]

-γράφηση

-γράφηση{-γράφησης (λόγ.) -γραφήσεως | -γραφήσεις, -γραφήσεων}: λεξικό επίθημα ουσιαστικών με αναφορά στη γραφή, τη σχεδίαση, την απεικόνιση ή την καταγραφή: αγιο~/δακτυλο~/ηχο~/κινηματο~/(απο)κρυπτο~/λημματο~/μηχανο~/οπισθο~/πλαστο~/πολυ~/στενο~/συνταγο~/φωνο~/φωτο~/χαρτο~.|| (ΙΑΤΡ.) Ακτινο~/ραδιο~/σπινθηρο~. Πβ. -γραφία.|| Καταλογο~/κτηματο~/πολιτο~.

-γραφία

-γραφία{-γραφιών} λεξικό επίθημα θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. σύνταξη κειμένων συγκεκριμένου είδους και συνεκδ. το σύνολό τους· κατάλογος έργων· κειμενικό είδος: δημοσιο~/ειδησεο~/επιφυλλιδο~. Αλληλο~/αρθρο~.|| Βιβλιο~/φιλμο~.|| Βιο~/διηγηματο~/ηθο~/ιστοριο~/πεζο~/χρονο~. 2. γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη: γεω~/εθνο~/λαο~/λεξικο~/παλαιο~/πετρο~/στρωματο~/χαρτο~/ωκεανο~. 3. τρόπο γραφής: κακο~/καλλι~/ορθο~. Στενο~.|| (ΛΟΓΙΣΤ.) Απλο~/διπλο~.|| (ΙΑΤΡ.) Α~/δυσ~. 4. τεχνική ή τέχνη αποτύπωσης, εκτύπωσης και κατ' επέκτ. το ίδιο το δημιούργημα: ελαιο~/λιθο~/ξυλο~/υδατο~/χαλκο~. Ξηρο~/τυπο~/φωτο~. Σκηνο~.|| Γελοιο~/θαλασσο~/ιχνο~/προσωπο~/τοιχο~/τοπιο~. Χορο~.|| Αγιο~/εικονο~. 5. ιατρική εξέταση και ειδικότ. διαγνωστική απεικόνιση: αγγειο~ (πβ. -γράφημα)/αρτηριο~/μαστο~.

Καμουφλάρω

Καμουφλάρω

(προφ.): επίθημα ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα∙ δηλώνει ενέργεια ή το αποτέλεσμά της: αμπαλάρ~ (αμπαλάρω, βλ. αμπαλάζ)/καμουφλάρ~ (καμουφλάρω, βλ. καμουφλάζ)/ρετουσάρ~ (ρετουσάρω, βλ. ρετούς)/φρενάρ~ (φρενάρω).|| Κατρακύλ~ (κατρακυλώ).

μικροφίλμ

μικροφίλμμι-κρο-φίλμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & μικροταινία: ΦΩΤΟΓΡ. φωτογραφικό φιλμ που επιτρέπει την αρχειοθέτηση και την αναπαραγωγή εγγράφων σε περιορισμένες διαστάσεις: κώδικες/χειρόγραφα σε ~. [< αγγλ. microfilm, 1906, γαλλ. ~, 1931]

νουάρ

νουάρνου-άρ επίθ. {άκλ.} 1. που έχει τα χαρακτηριστικά των φιλμ νουάρ: ~ ατμόσφαιρα/μυθιστόρημα. 2. πολύ σκούρος: μπλε ~. ● ΣΥΜΠΛ.: φιλμ νουάρ: ΚΙΝΗΜ. ασπρόμαυρη αστυνομική ταινία, κυρ. αμερικανική, των δεκαετιών 1940 και 1950, με βασικά γνωρίσματα τη διάπραξη εγκλημάτων, τους κυνικούς χαρακτήρες και τη σκοτεινή ατμόσφαιρα στα αστικά κέντρα. [< γαλλ. film noir, αγγλ. ~, 1930] [< γαλλ. noir]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.