Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φιλοσοφία φι-λο-σο-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. έρευνα μέσω της λογικής σκέψης που έχει ως στόχο την ερμηνεία και κατανόηση σπουδαίων θεωρητικών ζητημάτων, όπως είναι η αρχή των όντων, η φύση της αλήθειας, τα όρια της ανθρώπινης γνώσης, η θέση του ανθρώπου στον κόσμο· συνεκδ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος· ειδικότ. συγκεκριμένο σύστημα ή διδασκαλία των ιδεών, αρχών και αξιών ενός φιλοσόφου, μιας σχολής ή εποχής: Οι κλάδοι της ~ας (: αισθητική, γνωσιολογία, ηθική, λογική, μεταφυσική, οντολογία). Η ~ του δικαίου/της εξέλιξης/της επιστήμης/της ζωής/της θρησκείας/της ιστορίας/των κοινωνικών επιστημών/των μαθηματικών/της παιδείας/του πνεύματος/της τέχνης/της φύσης. Η ανάγκη/οι αρχές/ο ρόλος της ~ας.|| Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής ~ας (της Ακαδημίας Αθηνών). Σπουδάζει ~. Είμαι φοιτητής της ~ας.|| Ανατολική/αριστοτελική/αρχαία ελληνική/βουδιστική/βυζαντινή/δυτική/ερμητική/εσωτερική/ηθική/ιδεαλιστική/ινδική/ιωνική/καντιανή/μαρξιστική/νεότερη/(νεο)πλατωνική/(προ)σωκρατική/πυθαγόρεια/σύγχρονη/ταοϊστική/υλιστική/χριστιανική ~. Βλ. αιτιοκρατία, ανθρωπ-, εμπειρ-, μηδεν-, πραγματ-, ρεαλ-, υλ-ισμός, πανθεϊσμός, φαινομενολογία, μετα~. 2. (μτφ.) γενικές αρχές και μεθοδολογία που διέπουν έναν γνωστικό τομέα, μια ανθρώπινη δραστηριότητα, ένα έργο: εκπαιδευτική/επενδυτική/επιχειρηματική/επιχειρησιακή/πελατοκεντρική ~. Η ~ μιας εταιρείας/του καταστήματος. Στόχοι και ~ του προγράμματος (μεταπτυχιακών σπουδών). Η ~ μας παραμένει η υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών. Αλλαγή ~ας στο κυβερνητικό στρατόπεδο. Οι δύο ομάδες ακολουθούν διαφορετικές ~ες (= συστήματα) στο παιχνίδι τους. Πβ. αντίληψη, ιδεολογία, κοσμοθεωρία, οπτική. 3. (μτφ.-προφ.) προσωπική θεώρηση της ζωής: Η ~ μου είναι να ... Έχουν αντίθετες ~ες. Πβ. βιοθεωρία. 4. {συνήθ. στον πληθ.} (αρνητ. συνυποδ.) πολύπλοκη σκέψη ή σύνθετος, αόριστος, φλύαρος λόγος: Η λύση του προβλήματος δεν χρειάζεται/δεν θέλει και πολλή/μεγάλη ~ (: για κάτι αυτονόητο, εύκολο).|| Άσε τις ~ες και μίλα πιο καθαρά. Δεν είναι ώρα για ~ες. Πβ. αμπελο~, θεωρητικολογία, φιλολογία, ψευτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτική φιλοσοφία/φιλοσοφία της γλώσσας βλ. αναλυτικός, θετική φιλοσοφία βλ. θετικός, πολιτική φιλοσοφία βλ. πολιτικός, πρακτική φιλοσοφία βλ. πρακτικός [< αρχ. φιλοσοφία, γαλλ. philosophie, γερμ. Philosophie, αγγλ. philosophy]

αιτιοκρατία

αιτιοκρατία[αἰτιοκρατία] αι-τι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε πράξη ή φαινόμενο έχει κάποια αιτία, έχει προκαθοριστεί από τις συνθήκες που την/το προκάλεσαν: η αρχή της ~ας. Πβ. νομοτέλεια. ΣΥΝ. ντετερμινισμός ΑΝΤ. ιντετερμινισμός 2. (γενικότ.) σχέση αιτιότητας μεταξύ πράξεων ή φαινομένων: ιστορική/μηχανική/φυσική ~. [< γερμ. Determinismus]

αδρομερης

αδρομερης, ή, ό [ἀναλυτικός] α-να-λυ-τι-κός επίθ. 1. λεπτομερής, διεξοδικός: ~ός: απολογισμός/λογαριασμός/ορισμός/πίνακας (κόστους). ~ή: (ΠΛΗΡΟΦ.) αναζήτηση (ΑΝΤ. γρήγορη)/βαθμολογία/έκθεση/εξέταση (πβ. ενδελεχής, εξονυχιστική, σχολαστική)/κατάσταση/παρουσίαση/περιγραφή. ~ό: κείμενο/προφίλ (εταιρείας)/υπόμνημα. ~οί: όροι συμμετοχής. ~ές: οδηγίες/πληροφορίες. ~ά: αποτελέσματα/στοιχεία.|| (για πρόσ.) Μπορείς να γίνεις λίγο πιο ~; ΑΝΤ. αδρομερής, συνοπτικός, σύντομος (1) 2. που σχετίζεται με την ανάλυση (σε διάφορους γνωστικούς τομείς): (ως τρόπο συλλογισμού:) ~ός: νους. ~ή: ικανότητα/σκέψη. Βλ. αφαιρετικός, κριτικός, συνθετικός.|| (ΨΥΧΟΛ.) ~ή Ψυχολογία (: σε αντίθεση προς τη Φροϋδική).|| (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ή Λογιστική. Βλ. ψυχ~.|| (ΜΑΘ.) ~ή: συνάρτηση.|| ~ό: εργαλείο/όργανο (= αναλυτής). Βλ. βιο~. ● επίρρ.: αναλυτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Αναφέρθηκε ~ (= λεπτομερώς, διεξοδικά) στο θέμα. ● ΣΥΜΠΛ.: αναλυτικές γλώσσες: ΓΛΩΣΣ. στις οποίες όλες οι λέξεις είναι άκλιτες και οι γραμματικές και συντακτικές σχέσεις αναδεικνύονται κυρ. με τη χρήση λειτουργικών λέξεων και τη σειρά των όρων στην πρόταση. Πβ. απομονωτικές γλώσσες. Βλ. συνθετικές γλώσσες. [< γαλλ. langues analytiques] , αναλυτική μέθοδος: μέθοδος συλλογισμού η οποία ξεκινά από το ζητούμενο και αναζητά τη σχέση ανάμεσα σε αυτό και τα ήδη γνωστά. Βλ. απαγωγή, επαγωγή, συνθετική μέθοδος., αναλυτική πρόταση/κρίση: ΦΙΛΟΣ. της οποίας η αλήθεια μπορεί να διαπιστωθεί από την ανάλυση του νοήματος του υποκειμένου της· στην οποία το κατηγόρημα περιέχεται στο υποκείμενο: Η πρόταση "ένα τετράγωνο έχει τέσσερις γωνίες" είναι ~ ~. Βλ. εμπειρική/συνθετική πρόταση/κρίση. [< γαλλ. énoncé analytique] , αναλυτική φιλοσοφία/φιλοσοφία της γλώσσας (συχνά με κεφαλ. Α): ΦΙΛΟΣ. ρεύμα του 20ού αιώνα το οποίο υποστήριζε ότι οι φιλοσοφικές απόψεις πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της ανάλυσης των εννοιών και των κρίσεων ή προτάσεων. [< αγγλ. analytic philosophy, 1936] , Αναλυτική Χημεία: ΧΗΜ. που έχει ως αντικείμενό της την εφαρμογή μεθόδων ανάλυσης για τον καθορισμό της σύστασης μιας ουσίας ή ενός μείγματος: περιβαλλοντική/ποιοτική/ποσοτική ~ ~. ~ ~ διαλυμάτων/ελαιολάδου. [< αγγλ. analytical chemistry] , αναλυτική γεωμετρία βλ. γεωμετρία, αναλυτικό πρόγραμμα βλ. πρόγραμμα [< αρχ. ἀναλυτικός, γαλλ. analytique, αγγλ. analytic(al), γερμ. analytische]

θετικός

θετικός, ή, ό θε-τι-κός επίθ. 1. ευνοϊκός, καλός: ~ός: αντίκτυπος/απόηχος/απολογισμός/οιωνός/παράγοντας/ρόλος. ~ή: αλλαγή/ανταπόκριση/αντίδραση/αντιμετώπιση/αξιολόγηση/απήχηση/αποτίμηση/άποψη/ατμόσφαιρα/γνωμοδότηση/εικόνα/έκβαση (πβ. αίσια)/έκθεση (προόδου)/εντύπωση/επιρροή/κριτική/παρουσία/πορεία/πρόβλεψη (ΑΝΤ. δυσοίωνη)/συμβολή/υποδοχή. ~ό: βήμα/γεγονός/μήνυμα/ξεκίνημα. ~οί: χειρισμοί. ~ές: εκτιμήσεις/ενδείξεις/εξελίξεις/επιδράσεις/προοπτικές/συνέπειες. ~ά: πρότυπα/συμπεράσματα/συναισθήματα/σχόλια. Τα ~ά σημεία του νομοσχεδίου. Ήταν ~ή η εισήγηση για την επαναλειτουργία της σχολής. Η συνάντηση έγινε σε ~ό κλίμα. Είναι πολύ ~ό το γεγονός ότι … Βλέπει πάντα τη ~ή πλευρά των πραγμάτων. Είναι ~ στο ενδεχόμενο διαπραγμάτευσης (πβ. ανοιχτός). ΑΝΤ. δυσμενής.|| (ως ουσ.) Δεν βρίσκω κανένα/τίποτε ~ό σε αυτήν την κατάσταση (πβ. ευχάριστο, ωφέλιμο).|| ~ή: διάθεση/σκέψη/στάση ζωής/ψυχολογία (: κλάδος με αντικείμενο την έρευνα και την προώθηση της θετικότητας και της ευημερίας του ανθρώπου). Πβ. αισιόδοξος. ΑΝΤ. αρνητικός (1) 2. καταφατικός: ~ή: απάντηση/ψήφος. Στην πρόταση που τους κάναμε ήταν ~οί (: συμφώνησαν). ΑΝΤ. αρνητικός (2) 3. λογικός, συγκροτημένος: ~ός: άνθρωπος. ~ό: μυαλό (πβ. τετράγωνο)/πνεύμα. Πβ. πρακτικός. ΑΝΤ. θεωρητικός (3) 4. ΜΑΘ. που είναι μεγαλύτερος από το μηδέν (συμβ. +): ~ός: ακέραιος/αριθμός. ~ό: άθροισμα/μέγεθος/πηλίκο.|| (ΦΥΣ.) ~ή: αντίσταση/θερμοκρασία/πίεση/φορά. Κίνηση με ~ή τιμή επιτάχυνσης.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: ρυθμός ανάπτυξης. ~ό: ισοζύγιο. Με ~ό πρόσημο έκλεισε χθες ο Γενικός Δείκτης Τιμών. ΑΝΤ. αρνητικός (3) 5. ΦΥΣ. που σχετίζεται με έλλειψη ηλεκτρονίων: ~ός: πόλος (μπαταρίας). ~ό: ηλεκτρόδιο (= άνοδος)/ιόν/(ηλεκτρικό) φορτίο. Βλ. ηλεκτρο~. ΑΝΤ. αρνητικός (4) 6. ΙΑΤΡ. στον οποίο ανιχνεύεται ουσία ή στοιχείο: ~ό: δείγμα. ~ές: αναλύσεις. Ρέζους ~ό. Τα αποτελέσματα (της εξέτασης) ήταν ~ά. Το τεστ εγκυμοσύνης βγήκε ~ό.|| (για πρόσ.) ~ στο αλκοτέστ/στον έλεγχο ντόπινγκ/στον ιό/στη χρήση απαγορευμένων ουσιών. Βλ. οροθετικός2. ΑΝΤ. αρνητικός (5) 7. (κυρ. στον δημοσιογραφικό λόγο) έγκυρος, βέβαιος: ~ή: γνώση. Σύμφωνα με ~ές πηγές/πληροφορίες… Το έχω ~ό (= δεδομένο, σίγουρο) ότι… Δεν έχουμε ~ά (πβ. ασφαλή, σαφή, συγκεκριμένα) στοιχεία σχετικά με ... Πβ. αδιαμφισβήτητος, βάσιμος, εξακριβωμένος. ΑΝΤ. ανεξακρίβωτος, ανεπιβεβαίωτος 8. ΦΩΤΟΓΡ. για είδωλο που παράγεται από το αρνητικό φιλμ και είναι πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. ● επίρρ.: θετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: θετικά μαθήματα: που αφορούν τη διδασκαλία των θετικών επιστημών. Βλ. θεωρητικά, τεχνολογικά μαθήματα., θετικές επιστήμες: τα μαθηματικά, η φυσική, η χημεία, η βιολογία και οι κλάδοι τους. Πβ. φυσικές επιστήμες. Βλ. ανθρωπιστικές, θεωρητικές επιστήμες., θετική δράση: ΠΟΛΙΤ. μέτρο που αφορά κυρ. γυναίκες ή/και μειονοτικές ομάδες με στόχο την ίση μεταχείριση και ειδικότ. τις ίσες ευκαιρίες στην εργασία και την παιδεία. [< αγγλ. affirmative action, 1935] , θετική φιλοσοφία: ΦΙΛΟΣ. θετικισμός., θετικός βαθμός: ΓΡΑΜΜ. ο αρχικός βαθμός επιθέτων και επιρρημάτων που χαρακτηρίζει το προσδιοριζόμενο, χωρίς να το συγκρίνει με άλλα. Βλ. παραθετικά, συγκριτικός, υπερθετικός βαθμός., θετικός φιλόσοφος: θετικιστής., gram θετικός βλ. γκραμ, αρνητική/θετική ενέργεια βλ. ενέργεια, θετική ανάδραση βλ. ανάδραση, θετική διάκριση βλ. διάκριση, θετική/θεωρητική/τεχνολογική κατεύθυνση βλ. κατεύθυνση, θετικό δίκαιο βλ. δίκαιο [< αρχ. θετικός 4,5,6,8: γαλλ. positif, αγγλ. positive]

πολιτικός

πολιτικός, ή, ό πο-λι-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πολιτική: ~ός: διάλογος/λόγος. ~ή: ανάλυση/αντιπαράθεση/διαφήμιση/ενημέρωση/εξουσία/ζωή/θεωρία/κάλυψη/καριέρα/κίνηση/κρίση/ομιλία/παρέμβαση/πλατφόρμα/σκέψη/σκηνή/στήριξη/συνεργασία/ωριμότητα. ~ό: αδιέξοδο/άρθρο/θερμόμετρο/κλίμα/παρασκήνιο/ρεπορτάζ/συμβούλιο. ~ές: αποφάσεις/διασυνδέσεις/διαφορές/εξελίξεις/θέσεις/οργανώσεις (: κόμματα, νεολαίες, φοιτητικές παρατάξεις)/πιέσεις/συζητήσεις. Η ~ή ζωή/ηγεσία του τόπου. Αλλαγή του ~ού σκηνικού/τοπίου. Ανέλαβε την ~ή ευθύνη για το σκάνδαλο. Απαιτείται ~ή συναίνεση για αλλαγές. Θέμα που αποτελεί ~ή προτεραιότητα. Παραιτήθηκε για λόγους ~ής ευθιξίας. ~ά παιχνίδια σε βάρος των ...|| (με τη σημ. του ~ού κόμματος:) ~ές: δυνάμεις. ~ός σχηματισμός/~ό σχήμα.|| ~ό: θέατρο/τραγούδι (πβ. στρατευμένος).|| ~ός: αντίπαλος/συντάκτης. ~οί: αρχηγοί/κύκλοι. ~ά: πρόσωπα (= πολιτικοί). || ~ός: επιστήμονας (: ειδικός στις πολιτικές επιστήμες, πβ. πολιτειολόγος). Bλ. α~, αντι~, γεω~, ηθικο~, ιδεολογικο~, κοινωνικο~, μετα~, μικρο~, οικονομικο~, παρα~, βουλευτ-, κομματ-, κυβερνητ-ικός. 2. που υπάρχει ή γίνεται για λόγους πολιτικής: ~ός: κρατούμενος (βλ. ποινικός)/όμηρος/φυγάς. ~ή: δίκη. 3. που αναφέρεται στην Πολιτεία, σε αντιδιαστολή με στρατιωτικούς, εκκλησιαστικούς θεσμούς ή εξουσίες: ~ός: συνταξιούχος. ~ή: αεροπορία/υπηρεσία. ~ό: προσωπικό. ~οί: υπάλληλοι.|| ~ός: όρκος. ~ή: κηδεία/ονοματοδοσία. ΑΝΤ. θρησκευτικός. 4. που αφορά τον πολίτη: ~ός: δικαστής. Μέτρα που θίγουν τις ~ές ελευθερίες. Βλ. μητρο~. ● Ουσ.: πολιτικός (ο/η): πρόσωπο που ασχολείται με την πολιτική: επαγγελματίες ~οί. Βλ. βουλευτής. ● επίρρ.: πολιτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ σκεπτόμενος/υπεύθυνος. ~ ασταθή κράτη/ευαίσθητα ζητήματα. Δρω/ενεργώ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ώς ενάγων. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτικά δικαστήρια (κ. με κεφαλ. Π, Δ): στα οποία εκδικάζονται ιδιωτικές διαφορές και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας (Ειρηνοδικείο, Μονομελές και Πολυμελές Πρωτοδικείο, Εφετείο, Άρειος Πάγος). [< γερμ. Zivilgerichte] , πολιτικές επιστήμες: ΠΟΛΙΤ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που έχει ως αντικείμενό του τη μελέτη των πολιτικών φαινομένων και των πολιτικών δομών στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Βλ. διεθνο-, κοινωνιο-λογία. [< γαλλ. sciences politiques, αγγλ. political sciences], πολιτική ανθρωπολογία: ΑΝΘΡΩΠ. κλάδος που μελετά τις απαρχές, τις μορφές και την εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών. [< αγγλ. political anthropology, 1970], πολιτική ανυπακοή: παθητική αντίσταση σε κυβερνητικά μέτρα, π.χ. άρνηση πληρωμής φόρων, καταβολής διοδίων σε επικίνδυνους αυτοκινητόδρομους. [< γαλλ. désobéissance civile], πολιτική γεωγραφία (κ. με κεφαλ. Π, Γ): ΓΕΩΓΡ. κλάδος που μελετά την αλληλεπίδραση της πολιτικής δράσης και των πολιτικών αποφάσεων με τον γεωγραφικό χώρο. Βλ. γεωπολιτική. [< αγγλ. political geography], πολιτική δικαιοσύνη (κ. με κεφαλ. Π, Δ): ΝΟΜ. αυτή που κατοχυρώνει τα δικαιώματα των πολιτών, προστατεύει τα συμφέροντά τους και αποτρέπει την παρανομία στις ιδιωτικές σχέσεις. [< γερμ. Zivilgerichtsbarkeit], πολιτική κουλτούρα & (συχνότ.) πολιτικός πολιτισμός: αξίες, απόψεις και στάσεις (ήθος, διαφάνεια, καταπολέμηση της διαπλοκής, σεβασμός του πολίτη και του πολιτικού αντιπάλου, αρμονική σχέση του πολίτη με το κράτος και συμμετοχή του στα κοινά) σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να λειτουργεί ένα πολιτικό σύστημα. [< αγγλ. civic culture, 1963, political culture], πολιτική οικονομία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Ο): ΟΙΚΟΝ. κλάδος των κοινωνικών επιστημών που μελετά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτικών και των κοινωνικών θεσμών· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: αστική/διεθνής/ευρωπαϊκή/κλασική/μαρξιστική/σύγχρονη ~ ~. [< αγγλ. political economy], πολιτική φιλοσοφία (κ. με κεφαλ. τα αρχικά Π, Φ): ΦΙΛΟΣ. τομέας που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον και εξετάζει τη νομιμότητα των θεσμών· συνεκδ. το σχετικό μάθημα. [< αγγλ. political philosophy], πολιτικό σύστημα: πολίτευμα. [< γαλλ. système politique] , πολιτικός μηχανικός (κ. με κεφαλ. Π, Μ): απόφοιτος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών (του Πολυτεχνείου), ο οποίος ασχολείται με τον σχεδιασμό, την κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση δομικών, συγκοινωνιακών, υδραυλικών και γεωτεχνικών έργων, καθώς και έργων προστασίας του περιβάλλοντος. Βλ. αρχιτέκτονας. [< γαλλ. ingénieur civil], πολιτικός στίχος: ΦΙΛΟΛ. ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος., πολιτικός χάρτης 1. τα σύνορα των γεωγραφικών περιοχών (σε αντιδιαστολή με τον γεωφυσικό). 2. (μτφ.) πολιτικό πλαίσιο, σκηνικό: διαμόρφωση ενός νέου ~ού ~η. Αλλαγές/ανακατατάξεις στον ~ό ~η. Κόμμα που κινδυνεύει να εξαφανιστεί από τον ~ό ~η (της χώρας). [< αγγλ. political map], αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο/Πολιτική Δικονομία βλ. δίκαιο, πολιτικά δικαιώματα βλ. δικαίωμα, πολιτική αγωγή βλ. αγωγή, πολιτική άμυνα βλ. άμυνα, πολιτική βούληση βλ. βούληση, πολιτική επιστράτευση βλ. επιστράτευση, πολιτική ημέρα βλ. ημέρα, πολιτική οικολογία βλ. οικολογία, πολιτική ορθότητα βλ. ορθότητα, πολιτική προστασία βλ. προστασία, πολιτική στέγη βλ. στέγη, πολιτική συγγένεια βλ. συγγένεια, πολιτικό άσυλο βλ. άσυλο, πολιτικό έγκλημα/αδίκημα βλ. έγκλημα, πολιτικό κόστος βλ. κόστος, πολιτικό χρήμα βλ. χρήμα, πολιτικό/εκτελεστικό γραφείο βλ. γραφείο, πολιτικοί πρόσφυγες βλ. πρόσφυγας, πολιτικός αμοραλισμός βλ. αμοραλισμός, πολιτικός γάμος βλ. γάμος, πολιτικός επιστήμονας βλ. επιστήμονας ● ΦΡ.: πολιτικά ορθός βλ. ορθός [< 1: αρχ. πολιτικός 2: γαλλ. politique, αγγλ. political 3,4: γαλλ. civil]

πρακτικός

πρακτικός, ή, ό πρα-κτι-κός επίθ. & (σπάν.-προφ.) πραχτικός 1. που αναφέρεται στην πράξη, στον τρόπο δράσης, που στοχεύει στην εφαρμογή και στην αποτελεσματικότητα: ~ός: λόγος/σκοπός/τρόπος. ~ή: εκπαίδευση/εμπειρία/εξάσκηση/κατάρτιση/πολιτική/προσέγγιση/τέχνη. ~ό: εργαστήριο. ~οί: κανόνες. ~ές: γνώσεις/δραστηριότητες/δυσκολίες/λεπτομέρειες. ~ά: ενδιαφέροντα/θέματα/μαθήματα/οφέλη. ~ή: κατεύθυνση (ενν. σπουδών). ~ή αντιμετώπιση των προβλημάτων. Η ~ή αξία/σημασία του εγχειρήματος. Σε ~ή βάση (ΑΝΤ. θεωρητικός).|| (για πρόσ.) ~ός: άνθρωπος/τύπος. ~ή: σκέψη. ~ό: πνεύμα. Τα τεχνικά επαγγέλματα απαιτούν ~ό μυαλό. 2. που είναι χρήσιμος ή/και λειτουργικός, που καθιστά κάτι πιο άνετο, πιο εύκολο: ~ός: οδηγός/ορισμός. ~ή: λύση/μέθοδος/συσκευασία. ~ό: βοήθημα/γραφείο/δώρο/έπιπλο/μέγεθος/ντύσιμο/παράδειγμα/ρούχο (= βολικό)/σύστημα/σχήμα. ~ές: οδηγίες/πληροφορίες. ~ά: παπούτσια. ~ χώρος αποσκευών. ~ές συμβουλές για την κακοκαιρία. Πβ. χρηστικός. 3. (για πρόσ.) που βασίζεται στην πείρα και όχι στην επιστημονική κατάρτιση: ~ός: γιατρός. ~ή: μαία.|| (μτφ.) ~ή: αριθμητική/γεωμετρία/θεολογία/ιατρική. ΣΥΝ. εμπειρικός (1) ● επίρρ.: πρακτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Είναι ~ αδύνατο αυτό που μου ζητάς. ● ΣΥΜΠΛ.: πρακτική φιλοσοφία: ΦΙΛΟΣ. που αναφέρεται στην ηθική πράξη με την οποία ο άνθρωπος μπορεί να εξασφαλίσει την ευτυχία., πρακτική άσκηση βλ. άσκηση ● ΦΡ.: σε πρακτικό επίπεδο: στην πράξη: παροχή γνώσεων σε ~ ~. [< αρχ. πρακτικός, γαλλ. pratique, αγγλ. practical]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.