φλεβόκομβος φλε-βό-κομ-βος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όμβου}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. μικρή ομάδα κυττάρων στο πίσω τμήμα του δεξιού καρδιακού κόλπου, που ελέγχουν και ρυθμίζουν τη συχνότητα των παλμών της καρδιάς: σύνδρομο νοσούντος ~όμβου. Βλ. βηματοδότης. [< αγγλ. sinoatrial node, 1913]
βηματοδότης
βηματοδότηςβη-μα-το-δό-της ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. (για καρδιοπαθείς) συσκευή που εμφυτεύεται κυρ. στο θωρακικό τοίχωμα και απελευθερώνει μέσω ηλεκτροδίου ηλεκτρικά ερεθίσματα, τα οποία ρυθμίζουν τους χτύπους της καρδιάς: μόνιμος/τεχνητός ~. Εμφύτευση ~η. ~ες-απινιδωτές. Βλ. κολποκοιλιακός αποκλεισμός.|| Φυσιολογικός ~ της καρδιάς (= φλεβόκομβος). Βλ. -δότης.2. (μτφ.) παράγοντας που καθορίζει μία κατάσταση: ~ των (κοινωνικών) εξελίξεων. [< αγγλ. (artificial) pacemaker, 1951]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.