Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • φοκάτσια φο-κά-τσι-α ουσ. (θηλ.) & φοκάτσα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΜΑΓΕΙΡ. αφράτο ιταλικό ψωμί (ταψιού) με διάφορα μυρωδικά ή/και άλλα υλικά στο πάνω μέρος του, το οποίο μοιάζει με πίτσα: ~ με ντομάτα και δενδρολίβανο/πέστο και προσούτο/ρίγανη. Βλ. τσιαπάτα. [< ιταλ. focaccia]

τσιαπάτα

τσιαπάτατσια-πά-τα ουσ. (θηλ. + ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό, άσπρο, παραλληλόγραμμο ψωμί με μικρές και μεγάλες τρύπες στην ψίχα του και αλευρωμένη τραγανή κόρα. Βλ. φοκάτσια. [< ιταλ. ciabatta]