Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φοκάτσια φο-κά-τσι-α ουσ. (θηλ.) & φοκάτσα: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. -ΜΑΓΕΙΡ. αφράτο ιταλικό ψωμί (ταψιού) με διάφορα μυρωδικά ή/και άλλα υλικά στο πάνω μέρος του, το οποίο μοιάζει με πίτσα: ~ με ντομάτα και δενδρολίβανο/πέστο και προσούτο/ρίγανη. Βλ. τσιαπάτα. [< ιταλ. focaccia]

τσιαπάτα

τσιαπάτατσια-πά-τα ουσ. (θηλ. + ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ιταλικό, άσπρο, παραλληλόγραμμο ψωμί με μικρές και μεγάλες τρύπες στην ψίχα του και αλευρωμένη τραγανή κόρα. Βλ. φοκάτσια. [< ιταλ. ciabatta]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.