φορτηγός , ός, ό φορ-τη-γός επίθ. (επίσ.): που μεταφέρει φορτία ή σχετίζεται με τη μεταφορά τους: ~ό: βαγόνι (= φορτάμαξα)/όχημα. (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. αυτοκίνητο ή πλοίο· βλ. τραμπ).|| ~ός: ναυτιλία. [< αρχ. φορτηγός]
αλατιέρα
αλατιέρα[ἀλατιέρα] α-λα-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μικρό επιτραπέζιο σκεύος με τρύπες στη μια άκρη για το αλάτισμα του φαγητού και κατ' επέκτ. το σετ δύο σκευών για αλάτι και πιπέρι με βάση και λαβή ενδιάμεσα. Βλ. πιπεριέρα, -ιέρα.2. ειδικό όχημα που μεταφέρει και ρίχνει αλάτι σε χιονισμένους δρόμους, για να μην παγώσουν.
ανατρεπόμενος
ανατρεπόμενος, η, ο [ἀνατρεπόμενος] α-να-τρε-πό-με-νος επίθ.: που έχει δυνατότητα κλίσης, ώστε να αδειάζει το περιεχόμενό του: ~ος: κάδος. ~η: πλατφόρμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπόμενο όχημα/φορτηγό & φορτηγό με ανατρεπόμενη καρότσα & (προφ.) ανατρεπόμενο: που η καρότσα του ανυψώνεται και αποκτά κλίση προς τα κάτω, δεξιά ή αριστερά για άδειασμα του φορτίου της. [< αγγλ. dump truck, 1924] ● βλ. ανατρέπω [< μτγν. ἀνατρεπόμενος]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.