Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • φουντούκι φου-ντού-κι ουσ. (ουδ.) {φουντουκ-ιού}: ο σφαιροειδής καρπός της φουντουκιάς· κυρ. ο αντίστοιχος ξηρός καρπός: καβουρδισμένα/καραμελωμένα/τριμμένα ~ια. Σοκολατάκια με πραλίνα ~ιού. Καφές φίλτρου με άρωμα ~. ● Υποκ.: φουντουκάκι (το) [< τουρκ. fιndιk]
  • φουντουκιά φου-ντου-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος (γένος Corylus), με ωοειδή οδοντωτά φύλλα και εδώδιμο καρπό, το φουντούκι. ΣΥΝ. λεπτοκαρυά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.