φούσκα φού-σκα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) μπαλόνι· (συνεκδ.-προφ.) οτιδήποτε με ανάλογο σχήμα: πολύχρωμες ~ες.|| Θάλασσα γεμάτη ~ες (= φυσαλίδες).|| ~ λεβιέ (ταχυτήτων)/χειρόφρενου. Κάνω ~ες με την τσίχλα (βλ. τσιχλόφουσκα).|| Η ~ του τζακιού (: ο χώρος πάνω από την εστία).2. (μτφ.-προφ.) οτιδήποτε παρουσιάζεται αρχικά ως σημαντικό, αλλά στο τέλος αποδεικνύεται υπερτιμημένο, ασήμαντο ή απάτη: κερδοσκοπική/οικονομική ~. Η ~ των μετοχών (: έχουν υψηλή τιμή διαπραγμάτευσης, χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματική τους αξία)/του χρηματιστηρίου. Έσκασε η ~ των ακινήτων.|| Τεχνολογική ~. Μεταρρύθμιση-~. Η υπόθεση αποδείχθηκε ~.3. φουσκάλα: Το στόμα μου γέμισε ~ες. Πβ. άφθα.|| Έβγαλα ~ες στα δάχτυλα. Πβ. φλύκταινα.4. (λαϊκό) ουροδόχος κύστη: Πάει να σκάσει η ~ μου (: νιώθω έντονα την ανάγκη να ουρήσω).5. ΖΩΟΛ. είδος εκλεκτού εδώδιμου οστρακοειδούς. Βλ. σπινιάλο, χιτωνόζωα. ● φούσκες (οι) (προφ.): ανοησίες, αερολογίες, σαχλαμάρες: Οι υποσχέσεις του είναι ~. Πβ. άρες μάρες, πομφόλυγες, φληναφήματα, φούμαρα. ΣΥΝ. σαπουνόφουσκες ● Υποκ.: φουσκίτσα (η) [< αρχ. φύσκη 2: αγγλ. bubble]
φουσκάλα φου-σκά-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κύστη που σχηματίζεται στις ανώτερες στιβάδες του δέρματος και περιέχει ορώδες ή πυώδες υγρό: ~ες στα πόδια. Επιθέματα για ~ες. Έβγαλα ~ες. Πβ. καντήλες, πομφόλυγα, φλύκταινα, φούσκα.2. μπουρμπουλήθρα: οι ~ες του καφέ. Πβ. φυσαλίδα. ● Υποκ.: φουσκαλίτσα (η)
σπινιάλο
σπινιάλοσπι-νιά-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος μεζέ που αποτελείται από οστρακοειδή διατηρημένα σε άλμη: ~ σε μπουκάλι. Βλ. φούσκα.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.