Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • φούσκα φού-σκα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) μπαλόνι· (συνεκδ.-προφ.) οτιδήποτε με ανάλογο σχήμα: πολύχρωμες ~ες.|| Θάλασσα γεμάτη ~ες (= φυσαλίδες).|| ~ λεβιέ (ταχυτήτων)/χειρόφρενου. Κάνω ~ες με την τσίχλα (βλ. τσιχλόφουσκα).|| Η ~ του τζακιού (: ο χώρος πάνω από την εστία). 2. (μτφ.-προφ.) οτιδήποτε παρουσιάζεται αρχικά ως σημαντικό, αλλά στο τέλος αποδεικνύεται υπερτιμημένο, ασήμαντο ή απάτη: κερδοσκοπική/οικονομική ~. Η ~ των μετοχών (: έχουν υψηλή τιμή διαπραγμάτευσης, χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματική τους αξία)/του χρηματιστηρίου. Έσκασε η ~ των ακινήτων.|| Τεχνολογική ~. Μεταρρύθμιση-~. Η υπόθεση αποδείχθηκε ~. 3. φουσκάλα: Το στόμα μου γέμισε ~ες. Πβ. άφθα.|| Έβγαλα ~ες στα δάχτυλα. Πβ. φλύκταινα. 4. (λαϊκό) ουροδόχος κύστη: Πάει να σκάσει η ~ μου (: νιώθω έντονα την ανάγκη να ουρήσω). 5. ΖΩΟΛ. είδος εκλεκτού εδώδιμου οστρακοειδούς. Βλ. σπινιάλο, χιτωνόζωα.φούσκες (οι) (προφ.): ανοησίες, αερολογίες, σαχλαμάρες: Οι υποσχέσεις του είναι ~. Πβ. άρες μάρες, πομφόλυγες, φληναφήματα, φούμαρα. ΣΥΝ. σαπουνόφουσκες ● Υποκ.: φουσκίτσα (η) [< αρχ. φύσκη 2: αγγλ. bubble]
  • φουσκάλα φου-σκά-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κύστη που σχηματίζεται στις ανώτερες στιβάδες του δέρματος και περιέχει ορώδες ή πυώδες υγρό: ~ες στα πόδια. Επιθέματα για ~ες. Έβγαλα ~ες. Πβ. καντήλες, πομφόλυγα, φλύκταινα, φούσκα. 2. μπουρμπουλήθρα: οι ~ες του καφέ. Πβ. φυσαλίδα. ● Υποκ.: φουσκαλίτσα (η)

σπινιάλο

σπινιάλοσπι-νιά-λο ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. είδος μεζέ που αποτελείται από οστρακοειδή διατηρημένα σε άλμη: ~ σε μπουκάλι. Βλ. φούσκα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.