Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φράουλα φρά-ου-λα ουσ. (θηλ.) 1. μικρός κόκκινος εδώδιμος καρπός της φραουλιάς, με πολλά μικρά σπόρια στην επιφάνειά του και ένα πράσινο φύλλο στην κορυφή· η φραουλιά: γρανίτα/μαρμελάδα/μους/παγωτό/τάρτα/χυμός ~. Σορμπέ/σος ~ας. Κρουασάν/σοκολατάκια με γέμιση ~. Φρέσκιες ~ες με κονιάκ/σαντιγί.|| Καλλιέργεια ~ας. Βλ. αγριο~. 2. ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιού που έχει μεγάλες, κιτρινοκόκκινες ρώγες με κουκούτσια. ● Υποκ.: φραουλίτσα (η) [< μεσν. φράγουλα < ιταλ. fragola < λατ. προφ. *fragula(m)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.