Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φράουλα φρά-ου-λα ουσ. (θηλ.) 1. μικρός κόκκινος εδώδιμος καρπός της φραουλιάς, με πολλά μικρά σπόρια στην επιφάνειά του και ένα πράσινο φύλλο στην κορυφή· η φραουλιά: γρανίτα/μαρμελάδα/μους/παγωτό/τάρτα/χυμός ~. Σορμπέ/σος ~ας. Κρουασάν/σοκολατάκια με γέμιση ~. Φρέσκιες ~ες με κονιάκ/σαντιγί.|| Καλλιέργεια ~ας. Βλ. αγριο~. 2. ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιού που έχει μεγάλες, κιτρινοκόκκινες ρώγες με κουκούτσια. ● Υποκ.: φραουλίτσα (η) [< μεσν. φράγουλα < ιταλ. fragola < λατ. προφ. *fragula(m)]