αντι- & αντί- & αντ- & ανθ-{ανθ- πριν από λέξη που παλαιότ. έπαιρνε δασεία} πρόθημα που δηλώνει 1. αντίθεση, εναντίωση: αντι-πρόταση. Αντί-λογος. Ανθ-υγιεινός.|| (το εντελώς αντίθετο:) Αντι-ήρωας. Αντί-θεος (= o διάβολος). 2. αντιμετώπιση, καταπολέμηση: αντι-αλλεργικός/~καρκινικός/~ρατσιστικός. Αντι-τορπιλικό. 3. αντικατάσταση, αναπλήρωση, ισοδυναμία: αντι-πρόεδρος.|| Αντι-κλείδι. Αντί-γραφο.|| Αντ-άξιος. 4. ανταπόδοση: αντι-χάρισμα.|| Αντ-εκδίκηση. 5. προβαθμίδα αξιώματος: αντι-συνταγματάρχης/~στράτηγος.
ονοματικός, ή, ό [ὀνοματικός] ο-νο-μα-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το όνομα: (ΓΛΩΣΣ.) ~ός: τύπος (: ουσιαστικό ή επίθετο). ~ή: κατάληξη. ~ό: σύνολο (: που έχει στον πυρήνα του έναν ονοματικό τύπο). ~ές: δομές/προτάσεις.|| (ονομαστικός) ~ός: κατάλογος. (ΟΙΚΟΝ.) ~ές: μετοχές. ● ΣΥΜΠΛ.: ονοματική φράση: ΓΛΩΣΣ. που σχηματίζεται από ένα ή περισσότερα ονόματα, τα άρθρα και τους προσδιορισμούς που τα συνοδεύουν και γενικότ. κάθε συντακτικό στοιχείο που λειτουργεί ως όνομα: απλή/λεξική ~ ~. Κάθε ~ ~ κληρονομεί το γένος, τον αριθμό και την πτώση του ουσιαστικού που λειτουργεί ως κεφαλή της. Βλ. ρηματική φράση. [< γαλλ. phrase nominale] , ονοματικός προσδιορισμός: ΓΡΑΜΜ. που προσδίδει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα στο όνομα, συνήθ. ουσιαστικό, της πρότασης στο οποίο αναφέρεται: π.χ. Ο Σολωμός, ο ποιητής (: παράθεση). Ο καλός μαθητής (: επιθετικός προσδιορισμός). Βλ. επιρρηματικός προσδιορισμός. [< μτγν. ὀνοματικός, γαλλ. nominal]
ρηματικός, ή, ό ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με το ρήμα ή προέρχεται από αυτό: ~ός: τύπος. ~ή: ενέργεια. ~ό: επίθετο/θέμα/ουσιαστικό/παράγωγο/σύνολο/σύστημα. ~οί: χρόνοι. Βλ. ονοματικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ρηματική διακοίνωση (διπλωματικός όρ.): ανεπίσημο και ανυπόγραφο διπλωματικό έγγραφο, διατυπωμένο σε τρίτο πρόσωπο: Ο πρεσβευτής απέστειλε/επέδωσε ~ ~ στην κυβέρνηση. Εκδόθηκε ~ ~ από το Υπουργείο Εξωτερικών. Βλ. μεμοράντουμ. [< γαλλ. note verbale] , ρηματική φράση: ΓΛΩΣΣ. αυτή που αποτελείται από το ρήμα, το συμπλήρωμά του, αν υπάρχει, και τους προσδιορισμούς που το συνοδεύουν. Βλ. ονοματική φράση. [< γαλλ. phrase verbale] [< μτγν. ῥηματικός]
στερεότυπος, η, ο στε-ρε-ό-τυ-πος επίθ. 1. (μτφ.) που παρουσιάζεται με την ίδια μορφή, που επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά, χωρίς μεταβολές, παραλλαγές: ~ος: επίλογος/ήχος (πβ. μονότονος)/λόγος/μύθος/τρόπος. ~η: αντίδραση/απάντηση/άποψη/διαδικασία/επανάληψη/ερώτηση/μορφή. ~ες: αντιλήψεις/συμπεριφορές. ~ο: κείμενο (ευχών)/μοντέλο. Αναπαράγουν/ανατρέπουν τη ~η εικόνα της γυναίκας, όπως αυτή προβάλλεται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ΣΥΝ. στερεοτυπικός ΑΝΤ. πρωτότυπος 2. ΦΙΛΟΛ. (για κείμενο, ιδ. αρχ. ελλην. ή λατ.) που έχει τυπωθεί χωρίς ερμηνευτικά σχόλια ή περικοπές: ~η: έκδοση. 3. ΤΥΠΟΓΡ. που τυπώθηκε με τη μέθοδο της στερεοτυπίας. Βλ. -τυπος2. ● Ουσ.: στερεότυπο (το) {στερεοτύπ-ου} 1. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) προκατασκευασμένη, απλουστευτική και υπεργενικευμένη σύλληψη, σχετική με τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας ομάδας ατόμων, μιας κατάστασης, της πραγματικότητας και κατ' επέκτ. συμπεριφορά που βασίζεται σε αυτή: ανδρικό/γυναικείο/διαχρονικό/ιδεολογικό ~. Εθνικιστικά ~α και εθνικοί μύθοι. Κοινωνικά ~α και προκαταλήψεις/ρατσισμός. Διαμόρφωση ~ων. Αναπαράγω/ανατρέπω/γκρεμίζω/δημιουργώ/διαψεύδω/καταρρίπτω τα ~α. Ξεφεύγω από τα ~α. Ένα ~ επικρατεί/ισχύει/κυριαρχεί. Το μυαλό τους λειτουργεί με ~α. Αναπαραγωγή/κατάρριψη ~ων. Πβ. κλισέ. 2. ΤΥΠΟΓΡ. η τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στη μέθοδο της στερεοτυπίας. ΣΥΝ. κλισέ (2) [< αγγλ. stereotype, 1922, γαλλ. stéréotype, 1954] ● ΣΥΜΠΛ.: στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση: ΓΛΩΣΣ. σταθερός συνδυασμός λέξεων ή τύπων τους με ειδική σημασία που δεν συνάγεται από αυτή της καθεμίας χωριστά: π.χ. με ανοιχτές αγκάλες, έφαγε τη ζωή με το κουτάλι. Βλ. λογότυπο, σύμπλοκο. ΣΥΝ. ιδιωματισμός (2), ιδιωτισμός [< γαλλ. stéréotypé, γερμ. stereotyp, αγγλ. stereotypic(al)]
ύφος
[ὕφος] ύ-φος ουσ. (ουδ.) {ύφους} 1. ο τρόπος με τον οποίο μιλά, εκφράζεται ή συμπεριφέρεται κάποιος και ο οποίος αντανακλά την ψυχική του διάθεση: αγέρωχο/άγριο/αθώο/απορημένο/απότομο/δασκαλίστικο/δηκτικό/ειρωνικό/επιβλητικό/επιθετικό/επιτακτικό/ευγενικό/λυπημένο/μελαγχολικό/μυστηριώδες/ξινισμένο/πένθιμο/περισπούδαστο/πηγαίο/προκλητικό/σκληρό/σοβαρό/τυπικό/χαρούμενο ~. Απάντησε με/σε αυστηρό/βλοσυρό/έντονο/οξύ/οργισμένο ~. 2. ΓΛΩΣΣ. το επίπεδο της γλωσσικής χρήσης το οποίο καθορίζεται από παράγοντες, όπως ο ρόλος του ομιλητή στο εκάστοτε επικοινωνιακό περιβάλλον ή η κοινωνική περίσταση· ειδικότ. τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός κειμενικού είδους: απέριττο/απλό/γλαφυρό/δραματικό/επίσημο/επιτηδευμένο/κομψό/λαϊκό/λιτό/πομπώδες/προσωπικό/σατιρικό ~.|| Δημοσιογραφικό/επιστημονικό/λογοτεχνικό/ποιητικό ~. Το ~ του μυθιστορήματος. Στοιχεία ~ους. Πβ. γραφή. 3. ιδιαίτερος τρόπος καλλιτεχνικής έκφρασης που χαρακτηρίζει ένα άτομο, μια ομάδα ή μια συγκεκριμένη περίοδο, τεχνοτροπία: αναγεννησιακό/αρχιτεκτονικό/διακοσμητικό/ζωγραφικό/μοντέρνο/ρομαντικό ~. Πβ. ρυθμός, στιλ. ● Υποκ.: υφάκι (το): (ειρων.) στη σημ. 1: περίεργο ~. Μου έκανε παρατήρηση με ~. Μην παίρνεις αυτό το ~, όταν μου μιλάς. Πβ. στιλάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: το πνεύμα και το ύφος βλ. πνεύμα ● ΦΡ.: ήθος και ύφος/ύφος και ήθος: (για πρόσ. ή αφηρημένη έννοια) χαρακτήρας και τρόπος συμπεριφοράς: πολιτικό ~ ~. Το ~ ~ της εξουσίας., παίρνει ύφος (αρνητ. συνυποδ.): συχνά αλαζονικό ή φιλάρεσκο: Μην ~εις ~! Βλ. αέρας, πόζα, τουπέ.|| ~ ~ αρχηγού (= αρχηγικό)., (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων βλ. καρδινάλιος [< μτγν. ὕφος ‘ύφασμα, δίχτυ, κείμενο (για λογοτεχνικό έργο)’, γαλλ.-αγγλ. style 2: αγγλ. register]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ