Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φρέαρ φρέ-αρ ουσ. (ουδ.) {φρέ-ατος | -ατα} (αρχαιοπρ.) 1. πηγάδι. || Το ~ (= φρεάτιο) του ανελκυστήρα. 2. κατακόρυφη στενή κοιλότητα (όρυγμα) που διανοίγεται στο έδαφος για την εκμετάλλευση κοιτάσματος: μεταλλευτικά ~ατα. Το ~ του ορυχείου. Το στόμιο του ~ατος.|| (κατ' επέκτ., στο μετρό:) Τερματικό ~. ~ατα εξαερισμού. 3. θαλάσσια τάφρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός [< αρχ. φρέαρ]

αρτεσιανός

αρτεσιανός, ή, ό [ἀρτεσιανός] αρ-τε-σι-α-νός επίθ.: ΥΔΡΟΓΕΩΛ. συνήθ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι & αρτεσιανή πηγή: από το οποίο το νερό αναβλύζει με φυσικό τρόπο, χωρίς άντληση. [< γαλλ. puits artésien]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.