φρέσκος , ια, ο φρέ-σκος επίθ. 1. (για τρόφιμα) που προσφέρεται για κατανάλωση σχεδόν αμέσως ή μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τη συλλογή, παραγωγή ή παρασκευή του, με αποτέλεσμα να μην έχει υποστεί αλλοίωση (των συστατικών του) ή συντήρηση: ~ια: ρίγανη. ΑΝΤ. αποξηραμένος. ||~α: προϊόντα (βλ. τυποποιημένα). || ~α: κρεμμυδάκια/φασολάκια. ΣΥΝ. χλωρός. ΑΝΤ. ξερός.|| ~ο: κρέας. ~α: ψάρια. ΑΝΤ. κατεψυγμένος.|| ~α: λαχανικά/λουλούδια/φρούτα.|| ~ος: χυμός. ~ο: γάλα/ελαιόλαδο (βλ. αγουρέλαιο)/νερό.|| ~ια: κρέμα/μαγιά/σάλτσα (ντομάτας). ~ο: βούτυρο/ψωμί. ~α: αβγά (ΑΝΤ. κλούβια)/ζυμαρικά. Τούρτα με ~α υλικά. ΣΥΝ. νωπός (1) ΑΝΤ. μπαγιάτικος (1) 2. (μτφ.-προφ.) καινούργιος, πρόσφατος: ~(ι)ες: ειδήσεις/πληροφορίες (πβ. σημερινός). ~α: νέα.|| Είναι πολύ ~(ι)ες (= νωπές) οι αναμνήσεις/μνήμες.|| ~ια: μπογιά (: που δεν έχει ακόμα στεγνώσει).|| ~ο χιόνι (: απάτητο). ~α ίχνη στο χώμα.3. (μτφ.-προφ.) πρωτότυπος, ανανεωτικός: ~ια: σκέψη. ~ο: μυαλό (: δημιουργικό). ~(ι)ες: ιδέες. Η ταινία είναι μια ~ια ματιά σε ένα πολυσυζητημένο θέμα. Προσεγγίζει το θέμα από μια ~ια οπτική.4. (μτφ.-προφ.) ξεκούραστος, ανανεωμένος: Ξύπνησε κεφάτος και ~. (εμφατ.) Γύρισε ~ ~ απ' τις διακοπές.5. (μτφ.-προφ.) νέος σε κάποιον χώρο: ~ο: μέλος (της παρέας). ~ στη δουλειά. Πβ. νεόκοπος.6. (μτφ.) νεανικός, ζωηρός: ~ια: εμφάνιση/όψη. ~ο: δέρμα/πρόσωπο.|| Ρούχα σε νέα σχέδια και ~α χρώματα. ΣΥΝ. δροσερός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: φρέσκος αέρας1. δροσερός, καθαρός αέρας: ο ~ ~ της εξοχής/θάλασσας. Άνοιξε το παράθυρο να μπει ~ ~.2. (μτφ.) διάθεση ανανέωσης: Έχουμε ανάγκη από ~ο ~α στην εκπομπή. [< ιταλ. fresco]
φρεσκοσιδερωμένος , η, ο φρε-σκο-σι-δε-ρω-μέ-νος επίθ.: πρόσφατα σιδερωμένος: ~α: ρούχα/σεντόνια.|| (για πρόσ.) ~οι και καλοντυμένοι. Βλ. ατσαλάκωτος.
ατσαλάκωτος, η, ο [ἀτσαλάκωτος] α-τσα-λά-κω-τος επίθ. 1. (για αντικείμενα) που δεν έχει ζάρες, τσαλακώματα: ~ο: κοστούμι/χαρτί.2. (μτφ.-προφ.) (για πρόσ., κυρ. άνδρα) που τα ρούχα του δεν είναι ποτέ τσαλακωμένα, κατ' επέκτ. σοβαρός, κορδωμένος, σίγουρος για τον εαυτό του: Καλοχτενισμένος, περιποιημένος και ~. Πάντα στην τρίχα και ~.3. (μτφ.) τέλειος, άψογος ή άθικτος: ~η: εμφάνιση/ομορφιά. ~ο: ντύσιμο. Προβάλλει μια ~η εικόνα (ΑΝΤ. στραπατσαρισμένος).|| ~ο: ήθος/κύρος. Προσπαθεί να βγει ~ (= σώος) από την αναμέτρηση/την κρίση.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.