Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φραντζόλα φρα-ντζό-λα ουσ. (θηλ.) & φρατζόλα: μακρόστενο ψωμί· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σχήμα: χωριάτικη ~. Πβ. μπαγκέτα. Βλ. καρβέλι.|| Τυρί ~. ● Υποκ.: φραντζολάκι (το), φραντζολίτσα (η) [< τουρκ. francala]

καρβέλι

καρβέλικαρ-βέ-λι ουσ. (ουδ.): στρογγυλό ψωμί. Βλ. κουλούρα, μπαγκέτα, φραντζόλα. ● Υποκ.: καρβελάκι (το) ● ΦΡ.: θα φάει/έχει να φάει πολλά ψωμιά/καρβέλια ακόμα βλ. ψωμί, ο πεινασμένος/ο νηστικός/όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται βλ. ονειρεύομαι, τα έφαγε (τα 'φαγε)/είναι λίγα/είναι μετρημένα/τέλειωσαν τα ψωμιά του βλ. ψωμί [< μεσν. καρβέλι]