Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • φρεσκοψημένος , η, ο φρε-σκο-ψη-μέ-νος επίθ.: που ψήθηκε πρόσφατα: ~ο: κέικ/ψωμί. ~α: γλυκά/κρουασάν.