Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φυλλορροεί [φυλλορροεῖ] φυλ-λορ-ρο-εί ρ. (αμτβ.) {φυλλορρό-ησε, -ήσει} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σβήνει, χάνεται σταδιακά: Η απεργία/νιότη ~. Οι ελπίδες ~ησαν. Πβ. φθίνει.|| Το κόμμα/η ομάδα ~ (: για μαζική αποχώρηση μελών). 2. ΒΟΤ. (για δέντρο) ρίχνει τα φύλλα του. Πβ. μαδά, φυλλοβολεί. [< 1: αρχ. φυλλορροῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.