φωλιά φω-λιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) φωλεά 1. χώρος ή κατασκευή όπου γεννούν τα ζώα, ιδ. τα πτηνά, και προστατεύονται τόσο τα ίδια όσο και τα νεογνά τους: εξωτερική/πλαστική/τεχνητή/υπόγεια ~. ~ιές των μυρμηγκιών (= μυρμηγκοφωλιές)/χελιδονιών (= χελιδονοφωλιές). Προστασία των ~ιών από τη θήρευση. Τα πουλιά κάνουν/φτιάχνουν/χτίζουν τη ~ τους. Βλ. μονιά.2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: μεταλλική ~ (ηχείων).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ιές με γέμιση/πατάτας. ~ιές από κανταΐφι. Σαλάτα σε ~ παρμεζάνας.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πολυβόλων (: οχυρωμένος χώρος όπου τοποθετείται πολυβόλο).3. (μτφ.) χώρος συγκέντρωσης, προστασίας, συνήθ. πολλών ανθρώπων: ζεστή/οικογενειακή/παιδική ~. Πβ. καταφύγιο.|| ~ τρομοκρατών. Πβ. άντρο, κρησφύγετο, λημέρι.|| Τη δική του ~ απέκτησε ο πολιτιστικός σύλλογος. Πβ. στέγη.4. ΟΙΚΟΔ. εσοχή, συνήθ. τοίχου ή εργαλείου: ~ άξονα. Ανοίγω ~ιές για στήριξη δοκών.5. ΤΕΧΝΟΛ. είδος υποδοχής για τη συγκράτηση ενός εξαρτήματος: ~ ντίζας. ● Υποκ.: φωλίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτική φωλιά: μυστικός χώρος, συνήθ. σπίτι, συνάντησης και κυρ. συνεύρεσης εραστών: κρυφή ~ ~. [< γαλλ. nid d'amour, love nest, 1919] , πυροσβεστική φωλιά: μεταλλικό κιβώτιο, συνήθ. κόκκινου χρώματος, που περιέχει μέσα πυρόσβεσης και τοποθετείται σε κτίρια ή υπαίθριους χώρους σε καθορισμένα σημεία για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης φωτιάς., σύνδρομο της άδειας φωλιάς: ΨΥΧΟΛ. αίσθημα κατάθλιψης, απογοήτευσης και μοναξιάς που νιώθουν ορισμένοι γονείς, όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και φεύγουν από το πατρικό σπίτι. [< αγγλ. empty-nest syndrome, 1965] ● ΦΡ.: έχει λερωμένη/χεσμένη τη φωλιά του (προφ.): για κάποιον που έχει κάνει κάτι μεμπτό, άξιο επίκρισης. [< αρχ. φωλεά, γαλλ. nid, αγγλ. nest]
φωλιάζει φω-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {φώλια-σε, -σμένος} 1. (για ζώο, πτηνό) φτιάχνει φωλιά και κατοικεί, προστατεύεται ή/και αναπαράγεται σε αυτή: Στη λίμνη/στον υδροβιότοπο ~ουν σπάνια πουλιά. ΣΥΝ. φωλεύει.2. (μτφ., για συναίσθημα) ριζώνει: Το μίσος/ο φόβος ~σε για τα καλά μέσα του/στην καρδιά/ψυχή του. Πβ. εμφωλεύει. ● φωλιάζω: τρυπώνω, χώνομαι: ~σε στην αγκαλιά του. Πβ. κουρνιάζω.|| Ο οικισμός είναι ~σμένος σε έναν όρμο.|| (ΠΛΗΡΟΦ., για κάτι που εμπεριέχεται σε κάτι άλλο:) ~σμένη: εντολή. ~σμένοι: βρόγχοι.
φώλιασμα φώ-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {φωλιάσμ-ατος} 1. κατασκευή φωλιάς, παραμονή σε φωλιά: θέσεις/όχθες κατάλληλες για ~. Τόπος ~ατος. Βλ. ξε~.2. ΠΛΗΡΟΦ. ενσωμάτωση δομής μέσα σε άλλη παρόμοιου τύπου: ~ των μεταβλητών. [< 2: αγγλ. nesting, 1957]