φωνάζω φω-νά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φώνα-ξα, φωνά-ξω, φωνάζ-οντας} 1. μιλώ ή λέω κάτι δυνατά σε κάποιον, κραυγάζω: Δεν χρειάζεται να ~εις μέσα στο αυτί μου. Μη ~εις. Σταμάτα να ~εις! Τι ~εις έτσι; ~ζε σαν υστερικός. Πβ. κραυγάζω, ξεφωνίζω, ουρλιάζω, σκούζω, φωνασκώ.|| Το ~ εδώ και καιρό ότι ... Οι διαδηλωτές γέμισαν την πλατεία, ~οντας διάφορα συνθήματα. ~ξε βοήθεια/ζήτω/παρών. Περιμένω να ~ξουν το όνομά μου.ΑΝΤ. ψιθυρίζω.2. (ειδικότ.) εκδηλώνω κάποιο αρνητικό κυρ. συναίσθημα, βάζοντας τις φωνές: Και μετά μου λες να μην ~! Τι τον έχει πιάσει και ~ει συνέχεια; Μου ήρθε να ~ξω από τον πόνο/τη χαρά. Οι αντίπαλοι φώναζαν για τη διαιτησία (πβ. γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι).|| Μην μου ~εις! Του ~ξαν για τους κακούς βαθμούς που πήρε (πβ. επιπλήττω, μαλώνω).3. λέω δυνατά το όνομα κάποιου ή τον αποκαλώ με ορισμένο τρόπο: Δεν ακούς που σε ~ τόση ώρα; Με ~ξε κανείς; Θα περιμένεις, μέχρι να σε ~ξουν. Μπορείτε να με ~ετε με το μικρό μου. Τον λένε Κωνσταντίνο, αλλά τον ~ουν Ντίνο. Πώς ~ετε (= λέτε) τον σκύλο σας; Οι φίλοι του τον ~ουν ψηλό. Πβ. προσφωνώ.4. καλώ κάποιον ή κάτι να έρθει κάπου: ~ξα τον κλειδαρά. Φώναξέ μου τον σερβιτόρο. Αν συνεχίσετε να κάνετε φασαρία, θα ~ξω την αστυνομία. Μου ~εις σε παρακαλώ ένα ταξί; Πβ. ειδοποιώ.|| Στη γιορτή ~ξα (= προσκάλεσα) και μια οικογενειακή φίλη. ● ΦΡ.: το πράγμα φωνάζει (από μόνο του/από μακριά) (προφ.-μτφ.): είναι ολοφάνερο: Και να μη θέλουμε να το παραδεχτούμε, δυστυχώς ~ ~., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης βλ. κλέφτης, φωνάζω τον κατάλογο βλ. κατάλογος [< μεσν. φωνάζω]
κατάλογος
κατάλογοςκα-τά-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου} 1. παράθεση στοιχείων με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, που γίνεται κατά συστηματικό τρόπο σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή: αλφαβητικός (πβ. ίντεξ)/δημόσιος/διαδικτυακός/δίγλωσσος/διεθνής/εκτενής/επαγγελματικός/επίσημος/επιχειρηματικός/ονομαστικός/συλλογικός/συνοδευτικός/χρονολογικός/ψηφιακός ~. Αναλυτικοί/βαθμολογικοί (πβ. βαθμολόγιο)/διαφημιστικοί ~οι. ~ βιβλίων/δημοσιεύσεων/διευθύνσεων/εκδηλώσεων/εκδόσεων/εκθέσεων/ελέγχου/έργων/καταστημάτων/μαθημάτων/φαρμάκων/φωτογραφιών. ~ (με τα ονόματα των) ενδιαφερομένων/επιλαχόντων/μελών/υποψηφίων. Δημοσίευση/ενημέρωση/κατάρτιση ~όγου. Πβ. κατάσταση, λίστα, πίνακας. Βλ. ευρετήριο, -λόγιο.|| ~ κρασιών/ποτών/φαγητών. Πβ. εδεσματολόγιο, μενού, τιμο~.|| (μτφ.) Μακραίνει διαρκώς ο ~ (= αριθμός) των θυμάτων. Βλ. -λογος.2. ΠΛΗΡΟΦ. ιεραρχικά δομημένο σύνολο στοιχείων, συνήθ. αρχείων, με πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενό τους. Βλ. υπο~. ● Υποκ.: καταλογάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικός κατάλογος: λίστα με τα ονόματα των εκλογέων μιας περιφέρειας., κατάλογος βιβλιοθήκης: ΠΛΗΡΟΦ. βάση δεδομένων με βιβλιογραφικές εγγραφές που αφορούν ολόκληρο το υλικό μιας βιβλιοθήκης: αυτοματοποιημένος/θεματικός ~ ~., τηλεφωνικός κατάλογος: που περιέχει τα στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, διεύθυνση) και το τηλέφωνο των συνδρομητών. Βλ. Χρυσός Οδηγός., βραχεία λίστα βλ. λίστα, πληροφορίες (τηλεφωνικού) καταλόγου βλ. πληροφορία ● ΦΡ.: φωνάζω τον κατάλογο (προφ.): εκφωνώ τα ονόματα ενός καταλόγου. Βλ. παίρνω παρουσίες. [< 1: αρχ. κατάλογος, γαλλ.-αγγλ. catalogue 2: αγγλ. catalog]
κλέφτης
κλέφτηςκλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα).2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~.3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.