Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φωνάζω φω-νά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φώνα-ξα, φωνά-ξω, φωνάζ-οντας} 1. μιλώ ή λέω κάτι δυνατά σε κάποιον, κραυγάζω: Δεν χρειάζεται να ~εις μέσα στο αυτί μου. Μη ~εις. Σταμάτα να ~εις! Τι ~εις έτσι; ~ζε σαν υστερικός. Πβ. κραυγάζω, ξεφωνίζω, ουρλιάζω, σκούζω, φωνασκώ.|| Το ~ εδώ και καιρό ότι ... Οι διαδηλωτές γέμισαν την πλατεία, ~οντας διάφορα συνθήματα. ~ξε βοήθεια/ζήτω/παρών. Περιμένω να ~ξουν το όνομά μου. ΑΝΤ. ψιθυρίζω. 2. (ειδικότ.) εκδηλώνω κάποιο αρνητικό κυρ. συναίσθημα, βάζοντας τις φωνές: Και μετά μου λες να μην ~! Τι τον έχει πιάσει και ~ει συνέχεια; Μου ήρθε να ~ξω από τον πόνο/τη χαρά. Οι αντίπαλοι φώναζαν για τη διαιτησία (πβ. γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι).|| Μην μου ~εις! Του ~ξαν για τους κακούς βαθμούς που πήρε (πβ. επιπλήττω, μαλώνω). 3. λέω δυνατά το όνομα κάποιου ή τον αποκαλώ με ορισμένο τρόπο: Δεν ακούς που σε ~ τόση ώρα; Με ~ξε κανείς; Θα περιμένεις, μέχρι να σε ~ξουν. Μπορείτε να με ~ετε με το μικρό μου. Τον λένε Κωνσταντίνο, αλλά τον ~ουν Ντίνο. Πώς ~ετε (= λέτε) τον σκύλο σας; Οι φίλοι του τον ~ουν ψηλό. Πβ. προσφωνώ. 4. καλώ κάποιον ή κάτι να έρθει κάπου: ~ξα τον κλειδαρά. Φώναξέ μου τον σερβιτόρο. Αν συνεχίσετε να κάνετε φασαρία, θα ~ξω την αστυνομία. Μου ~εις σε παρακαλώ ένα ταξί; Πβ. ειδοποιώ.|| Στη γιορτή ~ξα (= προσκάλεσα) και μια οικογενειακή φίλη. ● ΦΡ.: το πράγμα φωνάζει (από μόνο του/από μακριά) (προφ.-μτφ.): είναι ολοφάνερο: Και να μη θέλουμε να το παραδεχτούμε, δυστυχώς ~ ~., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης βλ. κλέφτης, φωνάζω τον κατάλογο βλ. κατάλογος [< μεσν. φωνάζω]

κατάλογος

κατάλογοςκα-τά-λο-γος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -όγου} 1. παράθεση στοιχείων με κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, που γίνεται κατά συστηματικό τρόπο σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή: αλφαβητικός (πβ. ίντεξ)/δημόσιος/διαδικτυακός/δίγλωσσος/διεθνής/εκτενής/επαγγελματικός/επίσημος/επιχειρηματικός/ονομαστικός/συλλογικός/συνοδευτικός/χρονολογικός/ψηφιακός ~. Αναλυτικοί/βαθμολογικοί (πβ. βαθμολόγιο)/διαφημιστικοί ~οι. ~ βιβλίων/δημοσιεύσεων/διευθύνσεων/εκδηλώσεων/εκδόσεων/εκθέσεων/ελέγχου/έργων/καταστημάτων/μαθημάτων/φαρμάκων/φωτογραφιών. ~ (με τα ονόματα των) ενδιαφερομένων/επιλαχόντων/μελών/υποψηφίων. Δημοσίευση/ενημέρωση/κατάρτιση ~όγου. Πβ. κατάσταση, λίστα, πίνακας. Βλ. ευρετήριο, -λόγιο.|| ~ κρασιών/ποτών/φαγητών. Πβ. εδεσματολόγιο, μενού, τιμο~.|| (μτφ.) Μακραίνει διαρκώς ο ~ (= αριθμός) των θυμάτων. Βλ. -λογος. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ιεραρχικά δομημένο σύνολο στοιχείων, συνήθ. αρχείων, με πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενό τους. Βλ. υπο~. ● Υποκ.: καταλογάκι (το): στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: εκλογικός κατάλογος: λίστα με τα ονόματα των εκλογέων μιας περιφέρειας., κατάλογος βιβλιοθήκης: ΠΛΗΡΟΦ. βάση δεδομένων με βιβλιογραφικές εγγραφές που αφορούν ολόκληρο το υλικό μιας βιβλιοθήκης: αυτοματοποιημένος/θεματικός ~ ~., τηλεφωνικός κατάλογος: που περιέχει τα στοιχεία (όνομα, επάγγελμα, διεύθυνση) και το τηλέφωνο των συνδρομητών. Βλ. Χρυσός Οδηγός., βραχεία λίστα βλ. λίστα, πληροφορίες (τηλεφωνικού) καταλόγου βλ. πληροφορία ● ΦΡ.: φωνάζω τον κατάλογο (προφ.): εκφωνώ τα ονόματα ενός καταλόγου. Βλ. παίρνω παρουσίες. [< 1: αρχ. κατάλογος, γαλλ.-αγγλ. catalogue 2: αγγλ. catalog]

κλέφτης

κλέφτηςκλέ-φτης ουσ. (αρσ.) {κλεφτ-ών} & κλέπτης, κλέφτρα (η) 1. πρόσωπο που κλέβει: επαγγελματίας ~. ~ αυτοκινήτων/έργων τέχνης/κινητών. Κύκλωμα/συμμορία ~ών. Πιάστηκε/συνελήφθη ο ~. Μπήκαν ~ες στο μαγαζί/σπίτι. Πβ. διαρρήκτης, ληστής. Βλ. αρχι~, ζωο~.|| Προσέξτε μη σας γελάσουν, είναι ~ες (= απατεώνες, λωποδύτες)!|| (μτφ.) ~ της καρδιάς (βλ. καρδιοκλέφτρα). 2. ΙΣΤ. {συνήθ. στον πληθ.} μέλος ανυπότακτων ορεσίβιων ομάδων που αποτέλεσαν τον πυρήνα της αντίστασης κατά των Τούρκων: ~ες κι αρματολοί. Το λημέρι των ~ών. Βλ. πρωτο~. 3. ΒΟΤ. σπόρος με λεπτά και λευκά νημάτια που μεταφέρεται σε μεγάλη απόσταση από τον αέρα. ● Υποκ.: κλεφταράκος & κλεφτάκος (ο) ● Μεγεθ.: κλεφταράς & (σπάν.) κλέφταρος (ο) (επιτατ.) ● ΦΡ.: αγαπά ο Θεός τον κλέφτη, αγαπά και τον νοικοκύρη (παροιμ.): αυτός που έχει αδικηθεί, θα βρει τελικά το δίκιο του., κλέφτες κι αστυνόμοι: παιδικό ομαδικό παιχνίδι, κυνηγητό., μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε (παροιμ.): έρχεται η στιγμή που οι απατεωνιές, οι κλεψιές κάποιου αποκαλύπτονται., ο κλέφτης και ο ψεύτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται (παροιμ.): όποιος κλέβει ή λέει ψέματα, πολύ σύντομα αποκαλύπτεται., σαν τον κλέφτη/σαν κλέφτης (προφ.): αθόρυβα, χωρίς να τον πάρουν είδηση, κρυφά: Έφυγε ~ ~. Πβ. στα κλεφτά., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης (παροιμ.): για κάποιον που, ενώ φταίει, προσπαθεί να ρίξει τις ευθύνες σε όσους υφίστανται τις πράξεις του., κλειδώνω (κι) αμπαρώνω και ο κλέφτης είναι μέσα/τον κλέφτη βρίσκω μέσα βλ. αμπαρώνω [< μεσν. κλέφτης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.