Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • φωταέριο φω-τα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φωταερί-ου}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καύσιμο τοξικό αέριο, μείγμα μεθανίου, υδρογόνου και μονοξειδίου του άνθρακα, που προέρχεται από την ξηρή απόσταξη λιθανθράκων και χρησιμοποιείται κυρ. για φωτισμό και θέρμανση: διαρροή/δίκτυο/εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/λάμπα ~ου. Βλ. υδραέριο. ΣΥΝ. γκάζι (1) [< γαλλ. gaz d΄ éclairage]

υδραέριο

υδραέριο[ὑδραέριο] υ-δρα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εύφλεκτο τοξικό αέριο, μείγμα μονοξειδίου του άνθρακα και υδρογόνου, το οποίο παράγεται από υδρατμούς που διοχετεύονται σε σωλήνες με διάπυρο άνθρακα και χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο, για θέρμανση ή φωτισμό. Βλ. φωταέριο. [< αγγλ. water gas]