Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φωταέριο φω-τα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φωταερί-ου}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καύσιμο τοξικό αέριο, μείγμα μεθανίου, υδρογόνου και μονοξειδίου του άνθρακα, που προέρχεται από την ξηρή απόσταξη λιθανθράκων και χρησιμοποιείται κυρ. για φωτισμό και θέρμανση: διαρροή/δίκτυο/εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/λάμπα ~ου. Βλ. υδραέριο. ΣΥΝ. γκάζι (1) [< γαλλ. gaz d΄ éclairage]

υδραέριο

υδραέριο[ὑδραέριο] υ-δρα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. εύφλεκτο τοξικό αέριο, μείγμα μονοξειδίου του άνθρακα και υδρογόνου, το οποίο παράγεται από υδρατμούς που διοχετεύονται σε σωλήνες με διάπυρο άνθρακα και χρησιμοποιείται κυρ. ως καύσιμο, για θέρμανση ή φωτισμό. Βλ. φωταέριο. [< αγγλ. water gas]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.