Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • φωτορύπανση φω-το-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φωτορρύπανση: υπερβολικός νυχτερινός φωτισμός, κυρ. των δρόμων και των κτιρίων στα αστικά κέντρα, με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία, την υγεία και το οικοσύστημα. ΣΥΝ. φωτομόλυνση [< αγγλ. light pollution, 1968]