Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • φόνος φό-νος ουσ. (αρσ.): βίαιη αφαίρεση της ζωής ανθρώπου ή γενικότ. έμβιου όντος: άγριος/αποτρόπαιος/διπλός/μυστηριώδης ~ (= έγκλημα). (ΝΟΜ.) ~ (= ανθρωποκτονία) εξ αμελείας/εκ προμελέτης. Απόπειρα ~ου. Ο αυτόπτης μάρτυρας/τα κίνητρα του ~ου. Ληστεία μετά ~ου. Δίκη/ύποπτος για ~ο. Εξιχνιάστηκε ο ~ του ... Διαπράττω/κάνω ~ο (= δολοφονώ, σκοτώνω). ΣΥΝ. δολοφονία. Πβ. σκοτωμός, φονικό.|| ~ (= θανάτωση) των ζώων (= ζωοκτονία). [< αρχ. φόνος]