φόρουμ φό-ρουμ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς κ. φόρα} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. δικτυακός τόπος όπου τα εγγεγραμμένα μέλη ανταλλάσσουν απόψεις πάνω σε συγκεκριμένο θέμα: αθλητικό/ενεργό/ιατρικό/τεχνολογικό/φιλοσοφικό ~. ~ συζήτησης/χρηστών. Οι θαμώνες/λαθραναγνώστες του ~. Αναζήτηση/βόλτα (: περιήγηση)/είσοδος στο ~. Γράφω σε/επισκέπτομαι/μπαίνω σε/παρακολουθώ ένα ~. Βλ. άβαταρ, θρεντ, κόμεντ, μοντερέιτορ, μπαν, ποστ, τόπικ, τρολ. ΣΥΝ. ομάδα συζήτησης 2. οργανωμένη ανοιχτή συνάντηση για ανταλλαγή απόψεων, κυρ. από ειδικούς, σχετικά με ένα ή περισσότερα θέματα συνήθ. γενικού ενδιαφέροντος: διαβαλκανικό/ευρωπαϊκό/παγκόσμιο ~. Επιχειρηματικό/κοινωνικό/οικονομικό ~. ~ για την εκπαίδευση/τον τουρισμό. ~ διαλόγου/φοιτητών. Οι εργασίες του ~. Συμμετέχουν σε διεθνή ~α. Πβ. διάσκεψη, συμπόσιο, συνέδριο.3. οργανωμένο σύνολο ατόμων τα οποία έχουν κοινή ιδεολογία ή προέρχονται από τον ίδιο χώρο: φιλελεύθερο ~. ~ μεταναστών. [< 1: αγγλ. forum, 1971, 2: αγγλ. ~, γαλλ. ~, 1955]
φορουμικός , ή, ό φο-ρου-μι-κός επίθ.: ΔΙΑΔΙΚΤ. (αργκό) που σχετίζεται με το φόρουμ: ~ές: συζητήσεις.
άβαταρ[ἄβαταρ] ά-βα-ταρ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΠΛΗΡΟΦ. σκίτσο ή εικόνα την οποία επιλέγει ένας χρήστης του διαδικτύου σαν είδος ταυτότητας, εκτός από το ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί, συνήθ. σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαδικτυακά παιχνίδια. [< αγγλ. avatar, 1986 < σανσκριτικό avatāraḥ‘κάθοδος’ (από τον ουρανό μιας θεότητας σε ανθρώπινη μορφή)]
We use cookies and similar technologies to improve your experience on our website.