Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 9 εγγραφές  [0-9]


  • φύλο [φῦλο] φύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. καθεμιά από τις δύο κατηγορίες, αρσενικό-θηλυκό, των ζωντανών οργανισμών και το σύνολο των χαρακτηριστικών που τις διακρίνουν με βάση τον αναπαραγωγικό τους ρόλο: το ανδρικό/γυναικείο ~. Βλ. χρωμόσωμα.|| Βιολογικό ~. Ο κοινωνικός ρόλος του ~ου. Στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα δύο ~α. Η ισότητα/μάχη των δύο ~ων. Βλ. έμφυλος.|| Διαταραχή ταυτότητας ~ου (: του εσωτερικού και προσωπικού τρόπου με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από τα βιολογικά του χαρακτηριστικά). Βλ. δυαδικός. 2. ΑΝΘΡΩΠ. ομάδα ανθρώπων με κοινά εθνολογικά ή ανθρωπολογικά γνωρίσματα: αρχαία ελληνικά/ινδοευρωπαϊκά/νοµαδικά ~α. Πβ. φυλή. 3. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, ανάμεσα στην υπερκλάση και το υποφύλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό φύλο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθένα από τα δύο φύλα σύμφωνα με τα συμπεριφορικά, ψυχολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που του αποδίδονται: διακρίσεις με βάση το ~ ~. Ιατρική του ~ού ~ου. Βλ. αρρενωπ-, θηλυκ-ότητα, φεμινισμός. [< αγγλ. gender, 1963] , το άλλο/αντίθετο φύλο: οι άντρες ή οι γυναίκες, αντίστοιχα: Η σχέση με το ~ ~., το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο: οι γυναίκες. [< γαλλ. le sexe faible, le beau/deuxième sexe] , το ισχυρό φύλο: οι άντρες. [< γαλλ. le sexe fort] , το τρίτο φύλο: οι ομοφυλόφιλοι. [< γαλλ. le troisième sexe] , αλλαγή φύλου βλ. αλλαγή [< αρχ. φῦλον ‘φυλή, λαός, γένος’, γαλλ. sexe]
  • φυλογένεια φυ-λο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) ΒΙΟΛ. 1. φυλογονία. 2. δημιουργία των δύο φύλων: μοριακή ~.
  • φυλογένεση φυ-λο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η εξέλιξη ταξινομικής ομάδας ή ζωντανών οργανισμών και η κατάταξή τους σε γενεαλογικά δέντρα: ~ ανώτερων φυτών.|| Κλαδικό διάγραμμα ~ης. Πβ. φυλογονία. Βλ. -γένεση, οντογένεση. [< γαλλ. phylogenèse , αγγλ. phylogenesis]
  • φυλογενετική φυ-λο-γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. επιστημονική μελέτη της φυλογονίας. [< αγγλ. phylogenetics, 1937, γαλλ. phylogénétique]
  • φυλογενετικός , ή, ό φυ-λο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη φυλογένεση: ~ή: ταξινόμηση. ~ό: δέντρο χρωμοσωμάτων (: διάγραμμα που απεικονίζει την εξελικτική ιστορία οργανισμού). ~ές: σχέσεις. ● επίρρ.: φυλογενετικά [< πβ. γαλλ. phylogénétique, αγγλ. phylogenetic]
  • φυλογονία φυ-λο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η εξέλιξη ενός είδους, οι εξελικτικές σχέσεις μεταξύ οργανισμών. Πβ. φυλογένεση. Βλ. οντογένεση, -γονία. ΣΥΝ. φυλογένεια (1) [< γαλλ. phylogénie, αγγλ. phylogeny]
  • φυλοειδικός , ή, ό φυ-λο-ει-δι-κός επίθ.: ● κυρ. στο ΣΥΜΠΛ.: φυλοειδική ιατρική: εξατομικευμένη ιατρική η οποία προέκυψε από την απαίτηση του φεμινιστικού κινήματος να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη γυναίκα ως ασθενή. [< αγγλ. gender medicine]
  • φυλοκαθορισμός φυ-λο-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. διαδικασία καθορισμού του φύλου ενός οργανισμού: χρωμοσωμικός ~. ~ αμφίβιων/εντόμων. [< αγγλ. sex determination]
  • φυλοσύνδετος , η, ο φυ-λο-σύν-δε-τος επίθ.: ΒΙΟΛ. (για κληρονομήσιμο χαρακτηριστικό) που σχετίζεται ή μεταφέρεται κυρ. με το χρωμόσωμα Χ: ~η: ασθένεια/διαταραχή/μεταβίβαση (βλ. αιμορροφιλία). ~α: γονίδια. ~η υπολειπόμενη κληρονομικότητα. [< αγγλ. sex-linked, 1912]

αλλαγή

αλλαγή[ἀλλαγή] αλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία τροποποιείται κάτι, παίρνει διαφορετική μορφή: αισθητή/γλωσσική/ριζική/τεχνολογική ~. ~ δεδομένων/εποχής/ηγεσίας/καιρού/(διεύθυνσης) κατοικίας/παραστάσεων/(σχολικού) περιβάλλοντος/πορείας/στοιχείων/συμπεριφοράς/σχεδίων/ταχύτητας/του χρόνου (στις 12 τα μεσάνυχτα κάθε 1η Ιανουαρίου)/χρώματος/ώρας. Παρατηρείται ~ στην εμφάνιση/λειτουργία/στον τρόπο σκέψης. Έχω ανάγκη από μια ~ (στη ζωή μου). Πνέει άνεμος ~ής. Απότομες/γενετικές/έντονες/κοσμογονικές/ορμονικές ~ές. ~ές προς το καλύτερο/χειρότερο. Παρατηρώ ~ές πάνω σου. Επιφέρω/κάνω ~ές. Μου αρέσουν οι ~ές. ~ή που εμφανίζεται/επέρχεται/προκαλείται. Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ών. Πβ. μετα-βολή, -μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειράς/γραμμής/παραγράφου. Αποθήκευση ~ών.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές φάσης. Βλ. εξ~, παρ~. 2. αντικατάσταση: ~ βάρδιας/λάμπας/μπαταρίας/νερού/προσωπικού/χώματος (σε γλάστρα). ~ στα λάδια/λάστιχα (οχήματος). Σύστημα ~ής ταχυτήτων (στο αυτοκίνητο). Βλ. άλλαγμα.|| ~ ρούχων/συσκευής (: επιστροφή προϊόντος στο κατάστημα από το οποίο αγοράστηκε με σκοπό την αντικατάστασή του από άλλο ή την επιστροφή των χρημάτων). Έχω δικαίωμα/δυνατότητα ~ής.|| (ΑΘΛ.) ~ές παικτών. Ο προπονητής τον έκανε ~ στο ημίχρονο (: τον αντικατέστησε).|| (ΙΑΤΡ.) Κάνω ~ (: καθαρισμό, για πληγή, τραύμα). 3. ανταλλαγή: ~ συναλλάγματος (σε τράπεζα, ανταλλακτήριο). Πβ. συν~.αλλαγές (οι): ανακατατάξεις, μεταρρυθμίσεις: βελτιωτικές/διαρθρωτικές/διοικητικές/δομικές/εκπαιδευτικές/κοινωνικές/οργανωτικές/πολιτικές/ραγδαίες/σαρωτικές/τεκτονικές ~. ~ της νομοθεσίας. ~ στο δίκτυο/στην επιχείρηση/σε οργανισμούς. Τάσσομαι κατά/υπέρ των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή φρουράς 1. (μτφ.) αντικατάσταση προσώπου που κατέχει μια (υψηλόβαθμη) θέση από άλλο: ~ ~ στην ηγεσία (του κόμματος)/στην Προεδρία/στο Υπουργείο. Πβ. αλλαγή σκυτάλης. 2. ΣΤΡΑΤ. η εναλλαγή σε τακτά χρονικά διαστήματα ένοπλων στρατιωτών, στους οποίους έχει ανατεθεί η φρούρηση ορισμένων χώρων ή και προσώπων: (επίσημη) ~ ~ (μπροστά) στο Προεδρικό Μέγαρο/στον Άγνωστο Στρατιώτη., αλλαγή φύλου: μεταβολή (με εγχείρηση ή ορμονοθεραπεία) των φυσικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν το φύλο ενός ατόμου με σκοπό τη μορφολογική τους ταύτιση με αυτά του αντίθετου φύλου. Βλ. τρανσέξουαλ. [< αγγλ. sex change, 1946] , αλλαγή παραδείγματος βλ. παράδειγμα, αλλαγή πλεύσης/πορείας βλ. πλεύση, αλλαγή σκυτάλης βλ. σκυτάλη, αλλαγή τοπίου βλ. τοπίο, δεκανέας αλλαγής βλ. δεκανέας, κλιματική αλλαγή βλ. κλιματικός ● ΦΡ.: (έτσι,) για αλλαγή (προφ.): για να αλλάξω εικόνες, παραστάσεις, για να βιώσω κάτι διαφορετικό: Φέτος, ~ ~, θα πάμε αλλού διακοπές., μπήκε αλλαγή (προφ., για παίκτη): αντικατέστησε συναθλητή του κατά τη διάρκεια αγώνα: ~ ~ στη θέση του ... [< αρχ. ἀλλαγή, γαλλ. changement, αγγλ. change]

-γένεση

-γένεση: β' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει τη γέννηση, τη δημιουργία: αβιο~/αγγειο~/ανθρωπο~/βιο~/εμβρυο~/ιζηματο~/καρκινο~/κοσμο~/κυτταρο~/λιπο~/οργανο~/οστεο~/παθο~/παρα~/παρθενο~/σεισμο~. Πβ. -γονία.

δυαδικός

δυαδικός, ή, ό δυ-α-δι-κός επίθ. 1. ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ. που έχει ως βάση τον αριθμό δύο: ~ός: κώδικας. ~ή: μορφή/τιμή. ~ό: ψηφίο (πβ. μπιτ2). 2. που αποτελείται από δύο στοιχεία, συχνά αντίθετα και αλληλοσυμπληρούμενα: (ΠΟΛΙΤ.) ~ή: αρχή/εξουσία.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ή υπόσταση του Χριστού (βλ. θεάνθρωπος).|| (ΦΥΣ.) ~ή φύση του φωτός (: κυματική και σωματιδιακή). ΣΥΝ. δυϊκός || Μη ~ή ταυτότητα φύλου (που δεν εντάσσεται στην κατηγορία ανδρας-γυναίκα). ● ΣΥΜΠΛ.: δυαδικό σύστημα (αρίθμησης): ΠΛΗΡΟΦ. αριθμητικό σύστημα βασισμένο στα ψηφία 0 και 1. [< μτγν. δυαδικός, γαλλ. binaire, αγγλ. binary]

έμφυλος

έμφυλος, η, ο [ἔμφυλος] έμ-φυ-λος επίθ. (λόγ.): που αφορά τα δύο φύλα (συνήθ. για θέματα ισότητας): ~η: βία/διάκριση/διάσταση (στην εκπαίδευση)/ισότητα/κοινωνικοποίηση/ταυτότητα (: κοινωνικό φύλο). ~οι: ρόλοι. ~ες: ανισότητες/σχέσεις. ~α: στερεότυπα/χαρακτηριστικά (: αρσενικά, θηλυκά). Βλ. σεξιστικός. ΑΝΤ. άφυλος [< πβ. αρχ. ἔμφυλος 'που ανήκει στην ίδια φυλή', αγγλ. gendered, 1945, γαλλ. genré, περ. 1983, διαδόθηκε στις αρχές του 21ου αι.]

οντογένεση

οντογένεση[ὀντογένεση] ο-ντο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οντογονία: ΒΙΟΛ. στάδια εξέλιξης, διεργασίες και μεταβολές που υφίσταται κάθε έμβιος οργανισμός μέχρι την πλήρη ανάπτυξή του: ~ του ανθρώπου/των εντόμων/των ζώων. (ειδικότ.) ~ του νευρικού συστήματος/της σπονδυλικής στήλης. Βλ. -γένεση, φυλογένεση. [< γαλλ. ontogenèse, αγγλ. ontogenesis]

χρωμόσωμα

χρωμόσωμαχρω-μό-σω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) χρωματόσωμα: ΒΙΟΛ. καθεμία από τις γραμμικές ή κυκλικές δομές που βρίσκονται σε ζεύγη στον πυρήνα των κυττάρων και μεταφέρουν τις γενετικές πληροφορίες: το αρσενικό/θηλυκό ~ (: Υ και Χ). Τα ανθρώπινα ~ατα. Δακτυλιοειδή/φυλετικά ~ατα. Βλ. αυτόσωμα, γονίδιο, ξενιστής, χρωματίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός των χρωμοσωμάτων βλ. αριθμός, αυτοσωμικό χρωμόσωμα βλ. αυτοσωμικός & αυτοσωματικός [< γαλλ.-αγγλ. chromosome, γερμ. Chromosom]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.