αλλαγή[ἀλλαγή] αλ-λα-γή ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση κατά την οποία τροποποιείται κάτι, παίρνει διαφορετική μορφή: αισθητή/γλωσσική/ριζική/τεχνολογική ~. ~ δεδομένων/εποχής/ηγεσίας/καιρού/(διεύθυνσης) κατοικίας/παραστάσεων/(σχολικού) περιβάλλοντος/πορείας/στοιχείων/συμπεριφοράς/σχεδίων/ταχύτητας/του χρόνου (στις 12 τα μεσάνυχτα κάθε 1η Ιανουαρίου)/χρώματος/ώρας. Παρατηρείται ~ στην εμφάνιση/λειτουργία/στον τρόπο σκέψης. Έχω ανάγκη από μια ~ (στη ζωή μου). Πνέει άνεμος ~ής. Απότομες/γενετικές/έντονες/κοσμογονικές/ορμονικές ~ές. ~ές προς το καλύτερο/χειρότερο. Παρατηρώ ~ές πάνω σου. Επιφέρω/κάνω ~ές. Μου αρέσουν οι ~ές. ~ή που εμφανίζεται/επέρχεται/προκαλείται. Δεν υπάρχουν περιθώρια ~ών. Πβ. μετα-βολή, -μόρφωση, -σχηματισμός, -τροπή.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειράς/γραμμής/παραγράφου. Αποθήκευση ~ών.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ές φάσης. Βλ. εξ~, παρ~. 2. αντικατάσταση: ~ βάρδιας/λάμπας/μπαταρίας/νερού/προσωπικού/χώματος (σε γλάστρα). ~ στα λάδια/λάστιχα (οχήματος). Σύστημα ~ής ταχυτήτων (στο αυτοκίνητο). Βλ. άλλαγμα.|| ~ ρούχων/συσκευής (: επιστροφή προϊόντος στο κατάστημα από το οποίο αγοράστηκε με σκοπό την αντικατάστασή του από άλλο ή την επιστροφή των χρημάτων). Έχω δικαίωμα/δυνατότητα ~ής.|| (ΑΘΛ.) ~ές παικτών. Ο προπονητής τον έκανε ~ στο ημίχρονο (: τον αντικατέστησε).|| (ΙΑΤΡ.) Κάνω ~ (: καθαρισμό, για πληγή, τραύμα). 3. ανταλλαγή: ~ συναλλάγματος (σε τράπεζα, ανταλλακτήριο). Πβ. συν~. ● αλλαγές (οι): ανακατατάξεις, μεταρρυθμίσεις: βελτιωτικές/διαρθρωτικές/διοικητικές/δομικές/εκπαιδευτικές/κοινωνικές/οργανωτικές/πολιτικές/ραγδαίες/σαρωτικές/τεκτονικές ~. ~ της νομοθεσίας. ~ στο δίκτυο/στην επιχείρηση/σε οργανισμούς. Τάσσομαι κατά/υπέρ των ~ών. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή φρουράς 1. (μτφ.) αντικατάσταση προσώπου που κατέχει μια (υψηλόβαθμη) θέση από άλλο: ~ ~ στην ηγεσία (του κόμματος)/στην Προεδρία/στο Υπουργείο. Πβ. αλλαγή σκυτάλης. 2. ΣΤΡΑΤ. η εναλλαγή σε τακτά χρονικά διαστήματα ένοπλων στρατιωτών, στους οποίους έχει ανατεθεί η φρούρηση ορισμένων χώρων ή και προσώπων: (επίσημη) ~ ~ (μπροστά) στο Προεδρικό Μέγαρο/στον Άγνωστο Στρατιώτη., αλλαγή φύλου: μεταβολή (με εγχείρηση ή ορμονοθεραπεία) των φυσικών χαρακτηριστικών που προσδιορίζουν το φύλο ενός ατόμου με σκοπό τη μορφολογική τους ταύτιση με αυτά του αντίθετου φύλου. Βλ. τρανσέξουαλ. [< αγγλ. sex change, 1946] , αλλαγή παραδείγματος βλ. παράδειγμα, αλλαγή πλεύσης/πορείας βλ. πλεύση, αλλαγή σκυτάλης βλ. σκυτάλη, αλλαγή τοπίου βλ. τοπίο, δεκανέας αλλαγής βλ. δεκανέας, κλιματική αλλαγή βλ. κλιματικός ● ΦΡ.: (έτσι,) για αλλαγή (προφ.): για να αλλάξω εικόνες, παραστάσεις, για να βιώσω κάτι διαφορετικό: Φέτος, ~ ~, θα πάμε αλλού διακοπές., μπήκε αλλαγή (προφ., για παίκτη): αντικατέστησε συναθλητή του κατά τη διάρκεια αγώνα: ~ ~ στη θέση του ... [< αρχ. ἀλλαγή, γαλλ. changement, αγγλ. change]
-γένεση: β' συνθετικό ουσιαστικών που δηλώνει τη γέννηση, τη δημιουργία: αβιο~/αγγειο~/ανθρωπο~/βιο~/εμβρυο~/ιζηματο~/καρκινο~/κοσμο~/κυτταρο~/λιπο~/οργανο~/οστεο~/παθο~/παρα~/παρθενο~/σεισμο~. Πβ. -γονία.
δυαδικός, ή, ό δυ-α-δι-κός επίθ. 1. ΜΑΘ.-ΠΛΗΡΟΦ. που έχει ως βάση τον αριθμό δύο: ~ός: κώδικας. ~ή: μορφή/τιμή. ~ό: ψηφίο (πβ. μπιτ2). 2. που αποτελείται από δύο στοιχεία, συχνά αντίθετα και αλληλοσυμπληρούμενα: (ΠΟΛΙΤ.) ~ή: αρχή/εξουσία.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ή υπόσταση του Χριστού (βλ. θεάνθρωπος).|| (ΦΥΣ.) ~ή φύση του φωτός (: κυματική και σωματιδιακή). ΣΥΝ. δυϊκός || Μη ~ή ταυτότητα φύλου (που δεν εντάσσεται στην κατηγορία ανδρας-γυναίκα). ● ΣΥΜΠΛ.: δυαδικό σύστημα (αρίθμησης): ΠΛΗΡΟΦ. αριθμητικό σύστημα βασισμένο στα ψηφία 0 και 1. [< μτγν. δυαδικός, γαλλ. binaire, αγγλ. binary]
έμφυλος, η, ο [ἔμφυλος] έμ-φυ-λος επίθ. (λόγ.): που αφορά τα δύο φύλα (συνήθ. για θέματα ισότητας): ~η: βία/διάκριση/διάσταση (στην εκπαίδευση)/ισότητα/κοινωνικοποίηση/ταυτότητα (: κοινωνικό φύλο). ~οι: ρόλοι. ~ες: ανισότητες/σχέσεις. ~α: στερεότυπα/χαρακτηριστικά (: αρσενικά, θηλυκά). Βλ. σεξιστικός. ΑΝΤ. άφυλος [< πβ. αρχ. ἔμφυλος 'που ανήκει στην ίδια φυλή', αγγλ. gendered, 1945, γαλλ. genré, περ. 1983, διαδόθηκε στις αρχές του 21ου αι.]
οντογένεση[ὀντογένεση] ο-ντο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) οντογονία: ΒΙΟΛ. στάδια εξέλιξης, διεργασίες και μεταβολές που υφίσταται κάθε έμβιος οργανισμός μέχρι την πλήρη ανάπτυξή του: ~ του ανθρώπου/των εντόμων/των ζώων. (ειδικότ.) ~ του νευρικού συστήματος/της σπονδυλικής στήλης. Βλ. -γένεση, φυλογένεση. [< γαλλ. ontogenèse, αγγλ. ontogenesis]
χρωμόσωμαχρω-μό-σω-μα ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) χρωματόσωμα: ΒΙΟΛ. καθεμία από τις γραμμικές ή κυκλικές δομές που βρίσκονται σε ζεύγη στον πυρήνα των κυττάρων και μεταφέρουν τις γενετικές πληροφορίες: το αρσενικό/θηλυκό ~ (: Υ και Χ). Τα ανθρώπινα ~ατα. Δακτυλιοειδή/φυλετικά ~ατα. Βλ. αυτόσωμα, γονίδιο, ξενιστής, χρωματίνη. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός των χρωμοσωμάτων βλ. αριθμός, αυτοσωμικό χρωμόσωμα βλ. αυτοσωμικός & αυτοσωματικός [< γαλλ.-αγγλ. chromosome, γερμ. Chromosom]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ