Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χένα χέ-να ουσ. (θηλ.): χρωστική καλλυντική ουσία κοκκινωπού-πορτοκαλί χρώματος, η οποία παράγεται από τα φύλλα του ομώνυμου ποώδους φυτού (επιστ. ονομασ. Lawsonia inermis): σαμπουάν ~ας. Βαφή μαλλιών/τατουάζ με ~. [< γαλλ. henné]