Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χίμαιρα χί-μαι-ρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-λόγ.) ανέφικτος στόχος, απατηλό όνειρο, απραγματοποίητος πόθος: η ~ της ευτυχίας. Η προσπάθεια για ... αποδεικνύεται/μοιάζει με (άπιαστη) ~. Κυνηγά ~ες. Πβ. αυταπάτη, ονειροφαντασία, ουτοπία, ψευδαίσθηση. 2. ΒΙΟΛ. διαγονιδιακός οργανισμός. Πβ. μωσαϊκό, υβρίδιο. Βλ. ανασυνδυασμένο DNA. 3. ΜΥΘ. (συνήθ. με κεφαλ. Χ) τέρας με κεφάλι και σώμα λιονταριού, κεφάλι κατσίκας στη ράχη του και φιδίσια ουρά, το οποίο έβγαζε φωτιά από το στόμα. Βλ. γρύπας, λάμια.χίμαιρες (οι): ΙΧΘΥΟΛ. τάξη ψαριών που ζουν στα βάθη των ωκεανών, έχουν μαύρο ή καφέ-γκρι χρώμα, μήκος μέχρι και δύο μέτρα, χόνδρινο σκελετό, δηλητηριώδη άκανθα στη ράχη και ουρά που μοιάζει με μαστίγιο: Οι ~ είναι υφομοταξία των χονδριχθύων. [< γαλλ. chimère, αγγλ. chimera 3: αρχ. Χίμαιρα]

γρύπας

γρύπαςγρύ-πας ουσ. (αρσ.): ΜΥΘ. μυθικό πλάσμα με κεφάλι και φτερά αετού και σώμα λιονταριού. Βλ. κένταυρος, σφίγγα, χίμαιρα. [< αρχ. γρύψ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.