Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • χαίρω χαί-ρω ρ. (αμτβ.) {παρατ. έχαιρε} (λόγ.) 1. (ως χαιρετισμός) χαίρομαι: (σε κάποιον που συναντάμε για πρώτη φορά:) ~ πολύ (για τη γνωριμία)! ~ετε, τι κάνετε/πώς είστε;|| (ειρων.) ~ πολύ, κάτι μας είπες τώρα! Βλ. επι~, συγ~. 2. (+ γεν.) γίνομαι αποδέκτης θετικής αντιμετώπισης, απολαμβάνω: ~ει άκρας υγείας/ασυλίας/γενικής αποδοχής/δημοφιλίας. Δεν ~ει ειδικής μεταχείρισης/κάποιας ιδιαίτερης εύνοιας/προνομίων. Το νέο προϊόν ~ει μεγάλης ανταπόκρισης/απήχησης στο καταναλωτικό κοινό. Έχαιρε της απολύτου εμπιστοσύνης του προέδρου. ΣΥΝ. απολαύω ● ΦΡ.: χαίρετε και αγαλλιάσθε {στο β' εν. χαίρε και αγάλλου} (ΚΔ, λόγ.): να νιώθετε χαρά και αγαλλίαση., χαίρει (της) εκτίμησης/εκτιμήσεως βλ. εκτίμηση [< αρχ. χαίρω]

εκτίμηση

εκτίμηση[ἐκτίμηση] ε-κτί-μη-ση ουσ. (θηλ.) 1. αξιολόγηση, διατύπωση κρίσης: (λογική) ~ των αναγκών/του αποτελέσματος (= πρόβλεψη)/των προοπτικών. ~ των επιπτώσεων (του έργου) στο περιβάλλον. Αισιόδοξες/αρνητικές/θετικές ~ήσεις για την πορεία της οικονομίας. Έκανε λάθος/σωστή ~ της κατάστασης (= αποτίμηση, στάθμιση). Κατά την ~ή (= άποψή) μου, ... Σύμφωνα με τις αρχικές/πρώτες ~ήσεις, ... Βλ. συν~, υπερ~, υπο~.|| ~ κειμένου/μελέτης.|| ~ της προσωπικότητας/του χαρακτήρα.|| (ΙΑΤΡ.) Διαγνωστική/κλινική/προεγχειρητική ~. 2. υπολογισμός, προσδιορισμός: ακριβής ~. ~ των ζημιών/του κόστους/του χρόνου. ~ και προγραμματισμός έργων. Έκθεση/επιτροπή ~ης. Πβ. κοστολόγηση.|| ~ήσεις (αξίας) ακινήτων. Βλ. εκτιμητής.|| ~ της διάρκειας/ηλικίας του σύμπαντος.|| (ΜΑΘ.) ~ σφάλματος. (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ μέσης τιμής. ΣΥΝ. αποτίμηση (2). Βλ. επαν~. 3. {χωρ. πληθ.} θετική γνώμη για κάποιον: Η ~ή μου προς το πρόσωπό του είναι απεριόριστη. Δεν τον έχω σε (καμία) ~ (= υπόληψη). Τρέφει βαθιά/μεγάλη ~ γι' αυτόν (= τον εκτιμά, τον σέβεται). Κέρδισε την (υψηλή) ~ του κοινού. Πβ. αναγνώριση, σεβασμός. Βλ. αλληλο~, αυτο~.|| (στο τέλος τυπικής συνήθ. επιστολής:) Με (πολλή) ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιολόγηση κινδύνου βλ. κίνδυνος ● ΦΡ.: κατ' εκτίμηση (λόγ.): βάσει υπολογισμού: πραγματικό ή ~ ~ κόστος παραγωγής/ποσό. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων ανέρχεται ~ ~ στους ... Βλ. κατά προσέγγιση., χαίρει (της) εκτίμησης/εκτιμήσεως & απολαμβάνει την εκτίμηση/της εκτίμησης & τυγχάνει (της) εκτίμησης: (απαιτ. λεξιλόγ.) τον εκτιμούν: ~ της ~ των συναδέλφων του. ~ (γενικής) εκτιμήσεως (: είναι ευυπόληπτος). Δεν ~ ιδιαίτερης ~ από τους συνεργάτες του.|| Η τέχνη του ~ ~ στο εξωτερικό., ανεβαίνει στην εκτίμηση/στα μάτια κάποιου βλ. ανεβαίνω , έχω σε υπόληψη/εκτίμηση βλ. υπόληψη [< μτγν. ἐκτίμησις ‘υψηλή αποτίμηση’, γαλλ.-αγγλ. estimation]