Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • χαλινός χα-λι-νός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) 1. το σύνολο των λουριών που δένονται γύρω από το κεφάλι του αλόγου (ή άλλου ιπποειδούς), διασφαλίζοντας ότι η στομίδα θα παραμένει σταθερή, και είναι απαραίτητα για την καθοδήγησή του· (λόγ.) στομίδα. Βλ. ιπποσκευή. 2. ΑΝΑΤ. μεμβρανώδης πτυχή η οποία συγκρατεί τις κινήσεις ενός οργάνου, συνδέοντάς το με κάποιο σημείο του σώματος: ο ~ της γλώσσας/του πέους (= πετσάκι· βλ. βάλανος)/του (άνω/κάτω) χείλους. [< 1: αρχ. χαλινός 2: γαλλ. bride]

ιπποσκευή

ιπποσκευή[ἱπποσκευή] ιπ-πο-σκευ-ή ουσ. (θηλ.) (λόγ.-περιληπτ.): εξαρτήματα (σέλα, αναβολείς, χαλινάρια, στομίδα) τα οποία προσαρμόζονται στο σώμα αλόγου, ώστε να μπορεί να ιππευθεί, να μεταφέρει ή να τραβήξει φορτίο. Πβ. χάμουρα. ΣΥΝ. σαγή (1) [< γερμ. Pferdegeschirr]