Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • χαλύβδωση χα-λύ-βδω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαλυβδώνω: (μτφ.) ~ του χαρακτήρα/της ψυχής. Πβ. ενδυνάμωση, ενίσχυση.